Η συζήτηση άνοιξε μετά την πρόσφατη δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι η Ελλάδα οφείλει να εξετάσει αν η πυρηνική ενέργεια έχει θέση στο μελλοντικό ενεργειακό της μείγμα. Ακολούθησαν, όπως ήταν αναμενόμενο, οι γνώριμες αντιρρήσεις αυτού του τύπου: ότι η Ελλάδα δεν είναι αρκετά ώριμη, ότι το κράτος δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, ότι κάθε αναφορά στην πυρηνική ενέργεια ισοδυναμεί σχεδόν με ανευθυνότητα. Ακριβώς γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη αξία το policy paper του Deon Policy Institute, «Πυρηνική Αναγέννηση: Μια Ευκαιρία Αναβάθμισης της Ελλάδας», από τους Γιώργο Λάσκαρη, Αφροδίτη Ξυδή και Αλέξανδρο Καλαμαρίδη. Πρόκειται για μια σοβαρή, τεκμηριωμένη και χρήσιμη παρέμβαση, που ανεβάζει κατακόρυφα το επίπεδο της συζήτησης.
Το βασικό προτέρημα του paper είναι ότι δεν αντιμετωπίζει την πυρηνική ενέργεια ως ιδεολογικό σύμβολο, αλλά ως στρατηγικό εργαλείο. Θέτει το ζήτημα εκεί ακριβώς όπου πρέπει να τεθεί: στην ανταγωνιστικότητα, στην ενεργειακή ασφάλεια, στην τεχνολογική πρόοδο και στη γεωπολιτική θέση της χώρας. Υπενθυμίζει ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα φάση ενεργειακής μετάβασης, όπου οι καθαρές, αξιόπιστες και επεκτάσιμες πηγές ενέργειας δεν είναι πολυτέλεια, αλλά θεμέλιο ισχύος. Και επισημαίνει ότι η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει διεθνώς ακριβώς επειδή συνδυάζει χαμηλές εκπομπές με σταθερή παραγωγή και στρατηγική ανθεκτικότητα.
Αυτό είναι το σημείο που πολλοί αποφεύγουν. Συζητούν την πυρηνική ενέργεια σαν να βρισκόμαστε ακόμη στη δεκαετία του 1980. Το paper του DEON κάνει το αντίθετο. Βάζει στο τραπέζι τις νέες τεχνολογίες, τα μικρά αρθρωτά εργοστάσια, τις διεθνείς επενδύσεις, τη νέα ζήτηση ηλεκτρισμού λόγω data centers και τεχνητής νοημοσύνης, και το απλό γεγονός ότι μια χώρα που θέλει να παραμείνει παραγωγική και κυρίαρχη δεν μπορεί να σκέφτεται μόνο με όρους φόβου. Η ενέργεια δεν είναι ψυχολογική κατάσταση. Είναι υποδομή ισχύος.
Ιδίως για την Ελλάδα, η συμβολή του DEON είναι ακόμη πιο σημαντική. Το ινστιτούτο δεν προτείνει επιπολαιότητες. Δεν λέει να πατήσουμε ένα κουμπί και να αποκτήσουμε αύριο αντιδραστήρα. Λέει κάτι πολύ πιο σοβαρό και πολύ πιο χρήσιμο: ότι η χώρα πρέπει να ξεκινήσει τώρα τη μελέτη, την προετοιμασία, τη θεσμική ωρίμανση και τη στρατηγική σκέψη, ώστε να μη βρεθεί ξανά ουραγός σε μια τεχνολογική στροφή που ήδη εξελίσσεται διεθνώς. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στη ρητορική και στην πολιτική σκέψη.
Αξίζει επίσης να ειπωθεί καθαρά ότι το DEON κάνει ακριβώς τη δουλειά που λείπει από την ελληνική δημόσια ζωή. Παράγει υπερκομματική, τεκμηριωμένη πολιτική σκέψη με διεθνή εμπειρία, αξιοποιώντας ανθρώπους της ελληνικής διασποράς με πραγματικό επιστημονικό και επαγγελματικό βάθος. Σε μια χώρα που συχνά συγχέει την άποψη με τη γνώση, αυτή η δουλειά έχει ξεχωριστή αξία.
Η πυρηνική ενέργεια δεν είναι δόγμα. Είναι επιλογή που πρέπει να εξεταστεί σοβαρά. Και το DEON, με το paper των Λάσκαρη, Ξυδή και Καλαμαρίδη, προσφέρει ίσως την πιο ώριμη ελληνική συμβολή σε αυτή τη συζήτηση μέχρι σήμερα. Αυτό από μόνο του είναι λόγος να το διαβάσουμε με προσοχή. Όχι με προκατάληψη.
