Η αυτοάμυνα απέναντι στη στασιμότητα

Η συμφωνία ελευθέρου εμπορίου ΕΕ και Ινδίας που ανακοινώθηκε χθες δεν είναι μια ακόμη τεχνική πράξη των Βρυξελλών. Είναι μια σπάνια στιγμή που η Ευρώπη διαλέγει να ανοίξει αντί να κλειδώσει. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συμφωνία προβλέπει κατάργηση ή μείωση δασμών για το 96,6% της αξίας των εξαγωγών αγαθών της ΕΕ προς την Ινδία, με εκτιμώμενη εξοικονόμηση περίπου 4 δισ. ευρώ τον χρόνο σε δασμούς για τους ευρωπαϊκούς εξαγωγείς και προοπτική υπερδιπλασιασμού των ευρωπαϊκών εξαγωγών αγαθών προς την Ινδία έως το 2032. Είναι επίσης μια συμφωνία που ακόμη δεν ισχύει, καθώς απαιτεί νομικό έλεγχο και κυρώσεις από τα κράτη μέλη, το Ευρωκοινοβούλιο και την ινδική Βουλή.

Γιατί να μας νοιάζει όμως αυτή η συμφωνία, πέρα από τα μεγάλα νούμερα; Διότι το ελεύθερο εμπόριο είναι, στην ουσία του, ένα δημοψήφισμα υπέρ του καταναλωτή. Κόβει τον κρυφό φόρο που λέγεται δασμός, σπάει καρτέλ και ολιγοπώλια που ζουν από την προστασία, και αναγκάζει επιχειρήσεις και κράτη να γίνουν σοβαρά, να επενδύσουν, να καινοτομήσουν, να σταματήσουν να κρύβουν την ανεπάρκεια πίσω από ρυθμιστικά τείχη. Οι δασμοί δεν προστατεύουν τον λαό, προστατεύουν προνομιακές μειοψηφίες. Στην Ευρώπη του 2026, αυτή η υπενθύμιση αξίζει χρυσάφι.

Η Ινδία, από την άλλη, δεν είναι ένας εύκολος εμπορικός εταίρος. Είναι μια τεράστια αγορά με παραδοσιακά υψηλούς δασμούς και ένα κράτος που αγαπά τη γραφειοκρατία όσο και εμείς. Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία η συμφωνία. Όταν μειώνονται δασμοί και απλουστεύονται τελωνειακές διαδικασίες, κερδίζουν οι υγιείς επιχειρήσεις και χάνουν οι μεσάζοντες της άδειας, της υπογραφής και της καθυστέρησης. Οι πληροφορίες από τα διεθνή ρεπορτάζ δείχνουν ότι προβλέπονται δραστικές μειώσεις εμποδίων σε κλάδους όπου η Ινδία κρατούσε τις πόρτες σχεδόν κλειστές, όπως τα αυτοκίνητα και τα ποτά, ενώ η ΕΕ ανοίγει ακόμη περισσότερο για ινδικά προϊόντα όπως η κλωστοϋφαντουργία και η φαρμακοβιομηχανία. Φυσικά, παραμένουν εξαιρέσεις σε «ευαίσθητα» αγροτικά προϊόντα, κάτι που δείχνει και τα όρια του ευρωπαϊκού θάρρους όταν η εσωτερική πολιτική πιέζει.

Εδώ χωράει και η μετριοπάθεια που χρειαζόμαστε. Κανείς λογικός φιλελεύθερος δεν λέει ότι κάθε συμφωνία είναι αυτόματα άγια. Οι λεπτομέρειες μετράνε. Τα μη δασμολογικά εμπόδια μετράνε. Τα πρότυπα και οι έλεγχοι μετράνε. Αν η συμφωνία μετατραπεί σε ανταλλαγή προνομίων μεταξύ μεγάλων λόμπι, τότε θα αποτύχει ηθικά και οικονομικά. Αλλά, προς το παρόν, η βασική κατεύθυνση είναι σωστή: λιγότεροι φραγμοί, περισσότερη πρόσβαση, περισσότερο παιχνίδι για τους μικρούς, όχι μόνο για τους κολοσσούς. 

Αν θέλουμε να το δούμε ελληνικά, ας αφήσουμε τα μεγάλα λόγια και ας πάμε στο πρακτικό. Η Ελλάδα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα σε τρία πράγματα: προϊόντα ποιότητας, υπηρεσίες μεταφοράς, κόμβους διακίνησης. Η Ινδία είναι αγορά σχεδόν 1,5 δισ. ανθρώπων, με ανερχόμενη μεσαία τάξη που ζητά premium προϊόντα, καλύτερα logistics και πιο αξιόπιστες εφοδιαστικές αλυσίδες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο Έλληνας παραγωγός που έχει μάθει να εξάγει μπορεί να κερδίσει. Ο Έλληνας εφοπλιστής, που έτσι κι αλλιώς κινείται παγκόσμια, ωφελείται από κάθε μείωση τριβών στο εμπόριο. Τα ελληνικά λιμάνια και τα ελληνικά logistics έχουν συμφέρον από περισσότερες ροές, περισσότερες διαδρομές, περισσότερους πελάτες που δεν εξαρτώνται από ένα και μόνο εργοστάσιο στην Ανατολική Ασία.

Και εδώ μπαίνει, όσο πρέπει και χωρίς υπερβολές, η αναφορά στη μείωση της κινεζικής επιρροής. Όχι μόνο ως πολεμική αλλά και ως απλή λογιστική κινδύνου. Τα τελευταία χρόνια μάθαμε ότι η υπερσυγκέντρωση εφοδιασμού σε μία χώρα δημιουργεί ευπάθειες που τις πληρώνουν οι καταναλωτές με ακρίβεια και οι επιχειρήσεις με ανασφάλεια. Η ΕΕ λέει ρητά ότι η συμφωνία ενισχύει την οικονομική της ασφάλεια μέσω διαφοροποίησης προμηθειών. Η Ινδία, ως τεράστια παραγωγική δύναμη και ως εναλλακτικός εταίρος, λειτουργεί ως αντίβαρο σε μια πραγματικότητα όπου η Κίνα έχει αποκτήσει δυσανάλογη ισχύ πάνω σε κρίσιμες αλυσίδες. Η μείωση της εξάρτησης δεν είναι εχθρότητα. Είναι ωριμότητα.

Το καλύτερο επιχείρημα υπέρ της συμφωνίας, όμως, δεν είναι καν αυτό. Είναι η εσωτερική ευρωπαϊκή ανάγκη να ξαναβρεί ρυθμούς ανάπτυξης. Η Ευρώπη έχει εθιστεί να μιλά για ανταγωνιστικότητα, αλλά να νομοθετεί σαν να μισεί τον ανταγωνισμό. Έχει εθιστεί να υπόσχεται επενδύσεις, αλλά να παράγει κανονισμούς που τις τρομάζουν. Το ελεύθερο εμπόριο δεν λύνει μαγικά τη δική μας γραφειοκρατία. Αλλά την εκθέτει στον ανταγωνισμό. Και αυτό είναι αρετή. Διότι όταν ανοίγεις σε μια αγορά τέτοιου μεγέθους, δεν συγχωρούνται πια οι μικρές ελληνικές δικαιολογίες: αργές αδειοδοτήσεις, ακριβή ενέργεια, φόροι που στραγγαλίζουν την εργασία, ένα κράτος που ζητά «χαρτιά» αντί για αποτελέσματα.

Στο τέλος της ημέρας, η συμφωνία ΕΕ και Ινδίας είναι μια απλή δοκιμασία πολιτικού χαρακτήρα. Η Ευρώπη θα ξαναγίνει ήπειρος εμπορίου, καινοτομίας και επιλογών; Ή θα παραμείνει ήπειρος φόβου, εξαιρέσεων και ρυθμίσεων; Αν θέλουμε μια μετριοπαθή, καθαρή απάντηση, είναι αυτή: υπέρ. Υπέρ της μείωσης δασμών. Υπέρ της διεύρυνσης αγορών. Υπέρ της διαφοροποίησης που περιορίζει την υπερσυγκέντρωση ισχύος, άρα και την κινεζική επιρροή εκεί όπου γίνεται εκβιασμός μέσω αλυσίδων. Υπέρ της ελευθερίας του πολίτη να αγοράζει φθηνότερα και καλύτερα, και της ελευθερίας του παραγωγού να πουλά εκεί που υπάρχει ζήτηση.