Τι συμβαίνει στο μυαλό των υπερπλούσιων;

Τι συμβαίνει στο μυαλό των υπερπλούσιων;

Ο εγκέφαλος των υπερπλούσιων υφίσταται αλλοιώσεις; Διαφέρει από αυτόν των ανθρώπων του πιο «λογικού πλούτου» ή από τα μεσαία και χαμηλότερα οικονομικό-κοινωνικά στρώματα; Ο πακτωλός χρημάτων ενδέχεται να επηρεάσει συμπεριφορές, προσδοκίες, το πώς αντιμετωπίζονται οι υποχρεώσεις ή οι φιλίες; Τις συνέπειες του ακραίου πλούτου στις εγκεφαλικές λειτουργίες διερεύνησε το Intelligencer. Εστάλησαν ερωτήσεις σε κάμποσους πλούσιους. Όχι απλά πλούσιους, γελοιωδώς εύπορους. Και κάποιοι απάντησαν. Ένας από αυτούς ο Μαρκ Κιούμπαν.

Σε ταινίες και σειρές διασκεδάζουμε με τις ζωές των ζάπλουτων. Εξωπραγματικά σπίτια, απίστευτη τρυφηλότητα, πισίνες, ρούχα, υπερθεαματικά αυτοκίνητα, ιδιωτικά αεροπλάνα, ιδιωτικά νησιά και φαντασιωνόμαστε πισίνες με χρήμα σαν κι αυτή που κολυμπούσε ο Σκρουτζ ΜακΝτακ.

Οι φανταστικοί χαρακτήρες, κάτοχοι αμύθητης περιουσίας, έχουν συνήθως συγκεκριμένα, στερεοτυπικά χαρακτηριστικά, είναι είτε κακοί, είτε ηλίθιοι, είτε απερίσκεπτοι και αυτοκαταστροφικοί και πάντα εκτός τόπου και χρόνου. Σπάνια φορούν ‘φωτοστέφανο’. Μην ξεχνάμε πως υπάρχει και ο φθόνος του πλούτου, αλλά και της επιτυχίας. Όλοι επιθυμούν αυτό που δεν έχουν, υλικά αγαθά κατά κύριο λόγο, και όταν τα αποκτήσουν, θέλουν ακόμα περισσότερα. Και αν δεν συμβεί δημιουργούνται απωθημένα. Από την άλλη, οι ακραία πλούσιοι άνθρωποι είναι κι αυτοί, η θνητότητα αφορά τους πάντες. Όπως και τα απωθημένα.

Λοιπόν, ο συντάκτης Λέιν Μπράουν έστειλε μέιλ ζητώντας από τους ultra rich να απαντήσουν σε συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο, κρατώντας την ανωνυμία τους, αν το επιθυμούσαν. Κάποιοι απάντησαν αρνητικά, άλλοι αδιαφόρησαν. Ορισμένοι όμως δέχθηκαν να δώσουν συνέντευξη. Κανένας δεν του φάνηκε κακός ή χαζός και κανείς τους δεν ήταν στη λίστα Επστάιν. Τους ζητήθηκε να απαντήσουν πώς και εάν τα χρήματα άλλαξαν τον τρόπο που σκέφτονται, πώς μετατοπίστηκε η οπτική τους για τον κόσμο όταν οι οικονομικοί περιορισμοί εξαφανίστηκαν. Πώς το να γίνουν πλούσιοι επηρέασε τις αντιλήψεις τους για το κοινωνικό στάτους, τη φιλία, την υποχρέωση και, ίσως, ακόμη και την ίδια την πραγματικότητα.

Ενημερωτικά, οι επτά πιο πλούσιοι άνθρωποι του κόσμου για το 2026, όλοι άνδρες, είναι ο Ίλον Μασκ (Tesla, Space X), ο Λάρι Πέιτζ (Alphabet-Google), ο Τζεφ Μπέζος (Amazon), ο Λάρι Ελισον (Oracle), ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ (Meta-Facebook), ο Μπερνάρ Αρνό (LVMH) και ο Τζένσεν Χουάνκ (Nvidia). Οι «φανταστικοί επτά» σκέφτονται διαφορετικά;

Με καθαρή περιουσία 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ο Αμερικανός επιχειρηματίας-επενδυτής και τηλεοπτική προσωπικότητα, Μαρκ Κιούμπαν, γνωρίζει τη σημασία ενός ισχυρού οικονομικού σχεδιασμού. Έχει πραγματοποιήσει πολλές έξυπνες επενδύσεις στη διάρκεια της ζωής του, μεταξύ των οποίων και την ομάδα του NBA Dallas Mavericks, την οποία αγόρασε για 285 εκατομμύρια δολάρια και αργότερα πούλησε το πλειοψηφικό της πακέτο έναντι 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ο Κιούμπαν μεγάλωσε σε μια εργατική οικογένεια στο Πίτσμπεργκ- κανένας από τους γονείς του δεν είχε αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο και ο πατέρας του έβγαζε το πολύ 40.000 δολάρια τον χρόνο, ενώ κάποτε κοιμόταν στο πάτωμα ενός διαμερίσματος που μοιραζόταν με πέντε συγκάτοικους.

Στη συνέχεια, στα 40 του, κατά τη διάρκεια της φούσκας των dot-com, πούλησε την εταιρεία του, την Broadcast.com, στη Yahoo έναντι 5,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ο Μπάρι Λέιν τον ρώτησε αν το να γίνει πλούσιος τον άλλαξε και απάντησε «όχι ιδιαίτερα».

«Ήταν ένα μέσο που μου έδωσε δυνατότητες, όχι όμως κάτι που με άλλαξε ουσιαστικά. Αν ήσουν ευτυχισμένος όταν δεν είχες χρήματα, όπως πίστευα ότι ήμουν εγώ, τότε θα είσαι απίστευτα ευτυχισμένος όταν γίνεις πλούσιος. Και αν ήσουν δυστυχισμένος, αυτό δεν αλλάζει».

Ίσως, λοιπόν, ο πλούτος δεν είναι μεταμορφωτικός. Είναι ενισχυτικός. Ανεβάζει την ένταση σε αυτό που ήδη είσαι. Όταν δεν έχεις χρήματα, η προσωπικότητά σου συναντά συνεχώς εμπόδια μέσα στην καθημερινότητα. Μπορεί να είσαι γενναιόδωρος, αλλά η γενναιοδωρία σου έχει όρια όταν ζεις με ένα σταθερό εισόδημα. Μπορεί να είσαι αγχώδης, αλλά η συνηθισμένη ζωή σε αναγκάζει να αντιμετωπίζεις τους στρεσογόνους παράγοντες αρκετά συχνά ώστε να τους κρατάς υπό έλεγχο.

Το χρήμα αφαιρεί αυτή την «τριβή» και ό,τι συγκρατούσε απελευθερώνεται. Ο γενναιόδωρος άνθρωπος μπορεί να προσφέρει ποσά που αλλάζουν τη ζωή των άλλων. Ο αγχώδης μπορεί να φτιάξει μια ζωή χωρίς κανένα από τα παλιά του ερεθίσματα και ύστερα να καταρρεύσει με το παραμικρό, επειδή οι «μύες» της διαχείρισης έχουν ατροφήσει.

Αυτό μπορεί να ακούγεται καθησυχαστικό- «παραμένεις ο εαυτός σου!» -αλλά πόσοι άνθρωποι γνωρίζουν πραγματικά ποιοι είναι όταν τίποτα δεν τους αντιστέκεται; Πολλοί δισεκατομμυριούχοι πιθανότατα έμοιαζαν απολύτως φυσιολογικοί όσο οι ιδιορρυθμίες τους περιορίζονταν από τους καθημερινούς περιορισμούς.

Ο Μαρκ Κιούμπαν είπε ότι εξακολουθεί να σκέφτεται όπως πάντα, αλλά τα χρήματά του τού επέτρεψαν να ενεργεί σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Περιέγραψε στη συνέντευξη, πώς πήγε στον εναρκτήριο αγώνα της σεζόν του 1999 των Dallas Mavericks και βρήκε το γήπεδο μισοάδειο.

«Είπα: “Μπορώ να κάνω καλύτερη δουλειά από αυτό”, απλώς ο επιχειρηματίας μέσα μου που μιλούσε δυνατά. Και μετά συνειδητοποίησα ότι μπορώ να στηρίξω τα λόγια μου με πράξεις». Αγόρασε την ομάδα.

Αργότερα, ένιωσε παρόμοια ενόχληση με το σύστημα υγείας, ιδιαίτερα με τα αλλεπάλληλα περιθώρια κέρδους στα συνταγογραφούμενα φάρμακα. Η απάντησή του ήταν η Cost Plus Drugs, μια εταιρεία που παρακάμπτει τους μεσάζοντες για να πουλά φάρμακα σε χαμηλότερες τιμές.

«Προσπαθώ να ταράξω συθέμελα τη βιομηχανία υγείας προς όφελος όλων των άλλων στη χώρα. Και όταν τελειώσω με αυτό, μπορώ να ασχοληθώ με την εκπαίδευση».

Υποστήριξε ότι εξακολουθεί να ντύνεται ατημέλητα. «Δούλεψα όλη μου τη ζωή για να μη μπορεί κανείς να μου λέει τι να φοράω». Απέδωσε την περιουσία του τόσο στην τύχη όσο και στο ταλέντο. Και έχει παραμείνει κοντά στους παλιούς του φίλους.

«Οι φίλοι μου από το λύκειο, από το πανεπιστήμιο, οι συγκάτοικοί μου όταν μετακόμισα στο Ντάλας, είμαστε όλοι ακόμα φίλοι», μου είπε. «Όταν η Ιντιάνα έκανε την πορεία της στα πλέι οφ του κολεγιακού ποδοσφαίρου, πήγαμε όλοι μαζί. Βέβαια, αυτό έγινε με το δικό μου αεροπλάνο και εγώ πλήρωσα τον λογαριασμό. Αλλά οι σχέσεις μου δεν έχουν αλλάξει και τόσο».

Μια από τις ασυμμετρίες στην καθημερινότητα είναι ότι όλοι περιμένουν από τον πλούσιο να πληρώσει τον λογαριασμό.

Ιδού το δίλημμα: είσαι ένας άνθρωπος με μεγάλη οικονομική άνεση, βγαίνεις για φαγητό με φίλους που έχουν λιγότερα χρήματα. Το δείπνο τελειώνει. Ο λογαριασμός έρχεται. Θα μπορούσες εύκολα να πληρώσεις τα πάντα και να μην το ξανασκεφτείς. Όμως, αν πληρώσεις, ίσως στείλεις ένα μήνυμα, χωρίς πρόθεση: ότι θεωρείς τον εαυτό σου ανώτερο από τους υπόλοιπους στο τραπέζι, ή ότι περιμένεις ευχαριστίες, ή ότι «κρατάς λογαριασμό».

Από την άλλη, αν δεν πληρώσεις ή αν προτείνεις να μοιραστεί ο λογαριασμός, κι αυτό στέλνει ένα άλλο μήνυμα, ότι είσαι τσιγκούνης, αφελής ή ότι προσποιείσαι τον μετριόφρονα. Καμία επιλογή δεν είναι πραγματικά άνετη.

Ένας ιδρυτής μεγάλης εταιρείας είπε στον Λέιν ότι παίρνει πάντα εκείνος τον λογαριασμό και έχει μάθει να συμφιλιώνεται με την αμηχανία. «Πιστεύω ότι πρέπει πάντα να πληρώνω».

«Αλλά έρχεται και η στιγμή που αναρωτιέσαι πόσο οι άλλοι θέλουν πραγματικά να κάνουν παρέα μαζί σου και πόσο επειδή πληρώνεις τον λογαριασμό».

Σε κανέναν δεν αρέσει να πληρώνει περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται. Το να έχεις περισσότερα χρήματα δεν αλλάζει αυτό το συναίσθημα. Αντίθετα, ο πλούτος δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες για να το νιώσεις.

Ένας Ευρωπαίος επιχειρηματίας είπε ότι το να είσαι πλούσιος μοιάζει λίγο με το να είσαι δυτικός τουρίστας σε μια αναπτυσσόμενη χώρα- αλλά διαρκώς. «Όταν οι άλλοι βλέπουν ότι έχεις χρήματα, γιατί να μη σου χρεώσουν τα διπλά για τα πάντα;Έτσι, παζαρεύεις ακόμα και για ασήμαντα ποσά».

«Ποιος θέλει να τον χρεώνουν παραπάνω; Μπορεί να μη σε επηρεάζει οικονομικά, αλλά και πάλι δεν θέλεις να σε κοροϊδεύουν».

Τι άλλο επιθυμούν οι ζάπλουτοι; Αναγνώριση και αναγνωρισιμότητα!

Η Τζακλιν Ίντια, ιδρύτρια της Sienna Charles, ενός ταξιδιωτικού γραφείου πολυτελείας που εξυπηρετεί υπερπλούσιους πελάτες, είπε ότι αυτό που κάποιοι από τους πελάτες της επιθυμούν περισσότερο είναι η αναγνώριση -όχι απλώς καλή εξυπηρέτηση, αλλά να τους περιποιούνται επιδεικτικά και θορυβωδώς, ειδικά μπροστά σε άλλους πλούσιους.

«Το θέλουν παντού». Μια πελάτισσα επέμενε να γίνει το check-in από το SUV της πριν φτάσει στο ξενοδοχείο. «Ήθελε το προσωπικό να τη συνοδεύσει μέχρι το δωμάτιό της σαν να ήταν πρόεδρος».

Αυτό δεν είναι απλώς θέμα εγωισμού, σύμφωνα με την Ίντια, αλλά ένας τρόπος επιβίωσης μέσα σε μια ιεραρχία πολύ πιο απότομη απ’ όσο φαντάζονται όσοι βρίσκονται εκτός. Ένα άτομο με περιουσία 50 εκατομμυρίων δολαρίων είναι «κανένας». Πρόκειται για μια άβολη θέση, «γιατί είναι ένα τεράστιο ποσό πλούτου, αλλά πρέπει ακόμη να πιέζεις για να εξασφαλίσεις εξαιρετική εξυπηρέτηση».

Κάποιος με 100 εκατομμύρια δολάρια είναι μόνο οριακά σε καλύτερη θέση. «Ακόμη δεν μπορείς απλώς να τηλεφωνήσεις και να κλείσεις τραπέζι στο Carbone ή στο The Polo Bar. Υπάρχουν ακόμη χιλιάδες άνθρωποι πλουσιότεροι από εσένα. Οπότε, ουσιαστικά, είσαι loser…».

Συμπερασματικά, προκύπτει ότι ο ακραίος πλούτος δεν αλλάζει τον άνθρωπο τόσο, αλλά μεγεθύνει χαρακτηριστικά που ήδη υπάρχουν από γενναιοδωρία έως άγχος και αίσθηση δικαιώματος. Το χρήμα ανεβάζει την ένταση σε ό,τι είσαι. Μπορεί να δημιουργήσει απομόνωση, να αλλοιώσει κοινωνικές σχέσεις και την αντίληψη της πραγματικότητας, ενώ συχνά συνοδεύεται από ανασφάλεια, ανάγκη αναγνώρισης και δυσκολία κατανόησης των άλλων.

Ωστόσο, αφαιρεί περιορισμούς. Η γενναιοδωρία ενός ανθρώπου της προσφοράς, ο οποίος ζει με σταθερό εισόδημα, είναι περιορισμένη. Το πολύ χρήμα, όμως, σβήνει αυτό το όριο. Ο γενναιόδωρος άνθρωπος μπορεί να προσφέρει ποσά που αλλάζουν τη ζωή των άλλων.