«Θα έπρεπε να γράψετε ένα βιβλίο για τη μαμά». Κουβέντα από την Τζωρτζίνα στα γενέθλια της Μαρινέλλας, πριν από χρόνια. Και γεννήθηκε μια ζωντανή τοιχογραφία, ένα τόσο ρυθμικό βιβλίο, που ούτε βιογραφία το λες ούτε μυθοπλασία. Η αφήγηση σαγηνευτική, παρασύρει τον αναγνώστη σε έναν ενθουσιασμό σε μια γνήσια απόλαυση του βιβλίου, το οποίο ο Γιάννης Ξανθούλης αφιέρωσε στην «Εκάβη του τραγουδιού», στη Μαρινέλλα. Τίτλος του «Μαρινέλλα-Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «Διόπτρα», με πρώτη έκδοση το 2023.
Όταν έριξε την ιδέα η Τζωρτζίνα, μοναχοκόρη της Μαρινέλλας, ο Γιάννης Ξανθούλης έφερνε αντιρρήσεις. «Ξέρετε, εγώ…». «Κάνετε λάθος…». «Μα είμαι ολόκληρος ένα κινούμενο λάθος».
Τελικά ο βιογράφος «εάλω».
«Εσύ με ξέρεις»- είπε η «βιογραφούμενη» Μαρινέλλα.
Έτσι προχωρήσαμε, γράφει ο συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης, φωτίζοντας με μεσημβρινό φως νύχτες ή μέρες μιας ζωής από χώμα, φωνή, έρωτα, μόχθο και πολλή αγάπη. Κι έγινε ένα βιβλίο που, χωρίς να είναι a priori βιογραφία, άρχισε να μοιάζει με μυθιστόρημα δικό του, του πολυγραφότατου Ξανθούλη. Δυο άνθρωποι Γιάννης και Μαρινέλλα αφήνονται σε μια αναζήτηση να βρουν τον εαυτό τους, την ταυτότητα τους.
Οι συναντήσεις διήρκεσαν πάνω από μισό χρόνο. Δυο φορές την εβδομάδα η Μαρινέλλα κατέβαινε από την Κηφισιά στο σπίτι του Γιάννη Ξανθούλη, στο κέντρο της Αθήνας. «Και ανοίγαμε πανιά μετά από το φαγητό».
Και οι δυο προσφυγικής καταγωγής, βορειοελλαδίτες, εμπιστεύτηκαν την ενήλικη ζωή τους στην Αθήνα. Καθένας από τη σκοπιά του, τα συναισθηματικά του εφόδια και με διαφορετικές περιπετειώδεις διαδρομές. Σε αυτά τα «μεσημεριανά συμπόσια» άρχισαν να συλλαβίζουν μια ζωή που δεν απαντιέται εύκολα σε κοινούς θνητούς.
Ένα καλοκαιρινό βράδυ του 1980. Ο Γιάννης Ξανθούλης βρίσκεται στο κέντρο «Νεράιδα», στο Καλαμάκι, για να της πάρει συνέντευξη για την «Ελευθεροτυπία».
Αυτή ήταν η πρώτη τους γνωριμία. Ο συγγραφέας ήταν φοβισμένος, αγχωμένος, έξω από τα νερά του. Ώσπου η Μαρινέλλα βγήκε στο πάλκο και τραγούδησε το «Σβήσε το φως».
«Δεν μπόρεσα να μετρήσω τα λεπτά που ιερουργούσε σε ένα χιλιοακουσμένο τραγουδάκι. Θυμάμαι πως, όταν κατάλαβα ότι έπρεπε να χειροκροτήσω, έψαχνα να βρω τις παλάμες μου...».
Κι ύστερα, κι ύστερα; Μα δεν υπάρχει ύστερα… Τότε δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα συναντιόντουσαν ξανά, είκοσι χρόνια μετά, και θα τους έδενε συγγενικά ένα άλλο «ύστερα». Το βιβλίο του Ξανθούλη «…ύστερα ήρθαν μέλισσες», που, μεταφερόμενο στη μικρή οθόνη, είχε πρωταγωνίστρια τη Μαρινέλλα.
«Στα εξώφυλλα του περιοδικού Ντομινό, που κρέμονταν πιασμένα με μανταλάκια στα περίπτερα, πρωτόδα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 το μελαχρινό κορίτσι, που με μάτια πυρετικά, γεμάτα πίστη σε ένα αδιευκρίνιστο όραμα, ακουμπούσε φανερά ερωτευμένο στο στήθος του «μεγάλου» Στέλιου. Το όνομα της παρέπεμπε στο γαλλικό τραγούδι ''Μαρινέλλα'', του ξεχασμένου σήμερα Τίνο Ρόσι, όμως αυτό ήταν μια λεπτομέρεια για προσωπική χρήση. Ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα, όπως άκουγα, ήταν το πιο «καυτό» ζευγάρι του λαϊκού τραγουδιού, κουβαλώντας στοιχήματα απελπισίας και πόνου, γνήσια λαϊκού και βαρύ και ασήκωτου κάποιες φορές […]». Συνένοχη στην τεράστια επιτυχία των τραγουδιών του Καζαντζίδη και η Μαρινέλλα, που είχε καθιερωθεί ως το έτερον ήμισυ του Στέλιου. Όπως και να ‘χει, όμως, στα τραγουδιστικά ζευγάρια πρωταγωνιστούσε ο άνδρας τραγουδιστής. Στις κυρίες επιτρεπόταν μια βόλτα μόνο στο ρεφρέν, με κάποιες φωνητικές εξαιρέσεις.
«Δέκα χρόνια τραγουδούσε στην καρέκλα…» εξομολογείται η Μαρινέλλα σε πολλές συνεντεύξεις της.
«Η Μαρινέλλα διέπρεψε σαν σεγκόντο στη βαρύτιμη φωνή του Καζαντζίδη, μαθαίνοντας πολλά στη δεκαετή θητεία της κοντά του. Και από την άψογη ορθοφωνικά εκφορά των στίχων του παρτενέρ της και από την καρέκλα, που, μετά τα δέκα «καθιστά» χρόνια, την εξόρκισε δια παντός.
Η Κυριακή Παπαδοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Τη φωνάζουν Κική, Κίτσα, Κυριακούλα. Εξαμελής η οικογένεια. Ο πατέρας δούλευε σε φούρνο και τα αγόρια βοηθούσαν όπως όπως. Η Κική αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Γυμνάσιο στην Τρίτη τάξη και βουτά στη ζωή και στη βιοπάλη.
«Θα την πάρουνε τα σύννεφα, οι άνεμοι, τα κύματα και δεν θα την πάνε σε ένα έρημο νησί, όπως λέει το άσμα της Βέμπο. Θα τη στείλουν στο καλοκαιρινό «Μετροπόλ», παραλιακό θέατρο της Θεσσαλονίκης».
- Γ. Ξανθούλης: Οι γονείς σου πώς αντιμετώπισαν το θεατριλίκι;
- Μαρινέλλα: «Οι γονείς μου, φτωχοί και ασπούδαστοι, είχαν ανοιχτό μυαλό και δεν κολλούσαν στην τόσο δημοφιλή φράση ‘θεατρίνα ίσον π…’. Ο μπαμπάς μου ήξερε ενστικτωδώς ότι γεννήθηκα για να κάνω ό,τι θα έκανα σε ολόκληρη τη ζωή μου: κάτι με το θέατρο ή με το τραγούδι. Όταν ήμουν πολύ μικρή, με ανέβαζε πάνω στο τραπέζι, ο καημένος, για να του τραγουδήσω. Ήταν ο πρώτος μου θαυμαστής! Προχωρημένος στο μυαλό παρά τη φτώχεια και η φυματίωση που τον ταλαιπωρούσε…[..] Ο πατέρας μου πέθανε μόλις εξήντα δύο χρονών».
Το νεόκοπο όνομα «Μαρινέλλα» της είχε στήσει καρτέρι στο εξοχικό κέντρο «Πανόραμα» στην ομώνυμη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Στο κέντρο, το οποίο διηύθυνε κάποια κυρία Μαρίκα, μεσουρανούσε το «Ντούο Χάρμα», δηλαδή η Λίτσα και ο Τόλης Χάρμας. Ξαφνικά το «Πανόραμα» ξέμεινε από τραγουδίστριες. Η Μαρινέλλα το έμαθε, ο Τόλης Χάρμας την άκουσε και της άναψε πράσινο φως. Η κυρία Μαρίκα είχε άλλο πρόβλημα με την καινούρια.
«Κορίτσι μου, είναι δυνατό να σε βγάλουμε στο πάλκο ως Κική Παπαδοπούλου; Για τραγουδίστρια σε πήραμε , όχι για δακτυλογράφο».
«Θα σε πούμε Μαρινέλλα».
Μετά τον γάμο και το διαζύγιο της με τον Στέλιο Καζαντζίδη, οποίος αποφασίζει να παρατήσει τραγούδι και νύχτα, μια απόφαση που έκανε πάταγο, η Μαρινέλλα εμφανίζεται στο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη «Γοργόνες και Μάγκες».
«Αν λυπάμαι για κάτι είναι που ο πολύς κόσμος δεν τον άκουσε. Γιατί ο χρόνος που τραγούδησε ήταν λίγος. Ελάχιστος μπορώ να πω» λέει για τον Καζαντζίδη.
Στο «Γοργόνες και Μάγκες», το 1968, καλείται η Μαρινέλλα να πει ένα δραματικό τραγούδι, σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.
«Άνοιξε, πέτρα, για να μπω,
Χάνω τον άνδρα που αγαπώ…».
Η «Πέτρα» θα πετρώσει το ρεπερτόριο της για πάνω από μισό αιώνα - και έπεται συνέχεια.
Δεν άργησε να ανοίξει τις πόρτες της η «Νεράιδα», το Βατικανό των κοσμικών της εποχής. Η Μαρινέλλα, μετά από καιρό, νιώθει να πατάει σε σταθερό έδαφος. Κι ύστερα ήρθαν, μαζί με τις μέλισσες, μια τεράστια καριέρα, η Μαρινέλλα δεν ήταν μόνο εξαιρετική τραγουδίστρια, ήταν σοουγούμαν, ντίβα, ήταν το φαινόμενο Μαρινέλλα.
Συνήθιζε να λέει, πως ο χρόνος σταματά για εκείνη όταν βγαίνει να τραγουδήσει και επαναλάμβανε πως οι μεγαλύτεροι θαυμαστές της ήταν γυναίκες.
«Ήταν μια «Μαρινέλλα-κουράγιο» για τις ρωγμές των σχέσεων, για τα τραύματα και τα ανομολόγητα βάσανα πίσω από την πολυτελή διασκέδαση με την ψευδαίσθηση του πολιτισμού που σκορπούσε το άρωμα «Νο 5» της Σανέλ.
Η Μαρινέλλα των γήινων χρωμάτων, μιλά για την οικογένεια της σαν να είναι το άθροισμα της επιτυχίας της. Είναι περήφανη που η κόρη της, Τζωρτζίνα, μεγάλωσε μόνη της τα παιδιά της ώστε να γίνουν αυτάρκη, που ο Τίμος είναι η ήρεμη δύναμη του σπιτιού, συμπλέοντας αρμονικά μαζί της, που το μελίσσι των δικών της ανθρώπων παραμένει ενωμένο και συνεχίζει να συνυπάρχει με δεσμούς πάνω απ΄όλα φίλιας. Μιας εξ…αίματος φιλίας. Μου τα αφηγείται σαν να πρόκειται για μια δυναστεία αγάπης και εκτίμησης. Παιδιά, εγγόνια, ανίψια, παρανίψια… Κι εκείνη;
«Διακριτικά παρούσα. Σωστά;».
«Σωστά….» απαντά η Μαρινέλλα.
«Παρούσα όμως και σε ένα δικό σου παρόν και μέλλον. Διασχίζεις την ένατη δεκαετία σου με προοπτικές. Πάντα ένα ραντεβού, ας το πούμε ερωτικό, αφού και το τραγούδι είναι έρωτας, σε περιμένει. Σωστά;».
«Σωστά…».
«Εσύ το είπες εξάλλου και, μιλώντας μαζί σου όλον αυτόν τον καιρό, όλα τούτα τα ξεχωριστά μας μεσημέρια, το εμπέδωσα απολύτως».
«Τι είπα; Θύμισέ μου…» ρωτά η Μαρινέλλα.
«Είπες: ”Τραγουδάω εξήντα τόσα χρόνια, αλλά ποτέ δεν ένιωσα ότι έκλεισα τον κύκλο μου και δεν είπα φτάνει. Όταν το αποφασίσω, θα είναι το πιο ήσυχο φευγιό που θα υπάρχει”. Σωστά;».
«Σωστά!».
