H Δρ Sabine Wünschmann απαντά στο ερώτημα που βασανίζει τις γυναίκες, «αυτό γιατί δεν μου το έχει πει κανείς;». Όπως επισημαίνει, η σιωπή γύρω από την εμμηνόπαυση συχνά συνοδεύεται από μια βαθιά, επώδυνη, αθέατη δοκιμασία. Πολλές γυναίκες αισθάνονται ότι «σβήνουν», ότι χάνουν τη θηλυκότητά τους, ότι παύουν να είναι επιθυμητές, νιώθουν ότι γίνονται αόρατες. Η ίδια, ως Χειρουργός Γυναικολόγος-Μαιευτήρας με εξειδίκευση στην ορμονική υποκατάσταση, επιμένει πως αυτή η αντίληψη είναι παραπλανητική. Η εμμηνόπαυση δεν είναι ένα τέλος, αλλά μια παύση με την πιο ουσιαστική έννοια της λέξης. Ένα σημείο μετάβασης. Δεν κλείνει έναν κύκλο ζωής, αλλά ανοίγει έναν νέο, έναν αυτόνομο και ξεχωριστό τόμο, γεμάτο δυνατότητες, επαναπροσδιορισμό και ελευθερία.
Η Δρ. Ζαμπίνε Βίντσμαν μιλά στο Liberal.gr για ένα διπλό ταμπού, με βαθιές κοινωνικές ρίζες και επίμονη σιωπή, που εξακολουθεί να βαραίνει τη ζωή πολλών γυναικών: την εμμηνόπαυση και τη συνοδευτική κολπική ξηρότητα.
Όπως εξηγεί, η καθημερινότητα για πολλές γυναίκες γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς η σεξουαλική επαφή μετατρέπεται σε μια επώδυνη εμπειρία, συχνά έως και αδύνατη. Παράλληλα, οι επαναλαμβανόμενες ουρολοιμώξεις αποτελούν ένα από τα συχνότερα και πιο βασανιστικά συμπτώματα. «Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσες γυναίκες βλέπω κάθε εβδομάδα που ταλαιπωρούνται από σοβαρές ουρολοιμώξεις», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Παρά την ένταση των συμπτωμάτων, πολλές γυναίκες διστάζουν να μιλήσουν. Η αμηχανία, αλλά και το γεγονός ότι η πλειονότητα των γυναικολόγων είναι άνδρες, λειτουργούν αποτρεπτικά. Έτσι, ένα τόσο σημαντικό πρόβλημα παραμένει αθέατο. Δεν είναι τυχαίο, όπως επισημαίνει, ότι ακόμη και ο σύζυγός της, επίσης γυναικολόγος, της απαντά πως καμία από τις ασθενείς του δεν του έχει αναφέρει κάτι σχετικό. Ένα εύγλωττο δείγμα του πόσο βαθιά ριζωμένο παραμένει αυτό το ταμπού.
«Βλέποντας το από μια κοινωνική διάσταση, φαίνεται ότι οι γυναίκες ντρέπονται να το πουν σε έναν άνδρα, διότι θεωρούν ότι πρέπει να είναι σεξουαλικά ενδιαφέρουσες και αν ομολογήσουν ότι υποφέρουν τότε θα αποκαλυφθεί ότι δεν είναι πια γυναίκες, δεν είναι πια λειτουργικές και για αυτό κάνουν τρομακτική υπομονή και υποφέρουν. Η κολπική ξηρότητα δεν είναι ταμπού, δεν πρέπει να είναι ταμπού, δεν φταίνε οι γυναίκες σε τίποτα και υπάρχουν λύσεις».
Η γιατρός επισημαίνει ότι η φροντίδα του κόλπου θα έπρεπε να είναι εξίσου αυτονόητη με τη φροντίδα της επιδερμίδας του προσώπου. Όπως επενδύουμε στην ενυδάτωση και την υγεία του δέρματος, έτσι οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε και τον κόλπο ως αναπόσπαστο μέρος της συνολικής υγείας. Υπάρχουν, άλλωστε, σύγχρονες και ασφαλείς λύσεις, όπως η τοπική ορμονική υποκατάσταση με κολπικά σκευάσματα ή εξειδικευμένες θεραπείες με λέιζερ, που μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά την ποιότητα ζωής.
Η ίδια περιγράφει το ζήτημα της κολπικής ξηρότητας ως ένα «σκοτεινό κεφάλαιο» στην Ελλάδα, όπου η σιωπή παραμένει κυρίαρχη. Οι γυναίκες σπάνια μοιράζονται την εμπειρία τους, ούτε καν με τις φίλες τους, γεγονός που αποκαλύπτει το βάθος της ντροπής που εξακολουθεί να συνοδεύει το θέμα. Ακόμη και όσες έχουν προχωρήσει σε θεραπευτικές λύσεις, όπως το λέιζερ, συχνά αποφεύγουν να το συζητήσουν, σαν να πρόκειται για κάτι που τις εκθέτει.
Σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπου τέτοια ζητήματα συζητούνται πιο ανοιχτά σε κύκλους εμπιστοσύνης, στην Ελλάδα επιβιώνει μια εσωτερικευμένη αίσθηση απαξίωσης, μια σιωπηρή πεποίθηση ότι «δεν αξίζω ως γυναίκα».
Κι όμως, όπως τονίζει, η σεξουαλική ζωή δεν έχει ηλικία, αρκεί το σώμα να υποστηρίζεται σωστά. Ο κόλπος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα «ξεχασμένο» όργανο, αλλά να εντάσσεται στη φροντίδα που αφιερώνουμε στον εαυτό μας. Αν οι γυναίκες γνώριζαν εγκαίρως τι να περιμένουν, θα μπορούσαν να προλάβουν πολλές από αυτές τις δυσκολίες, υιοθετώντας από νωρίς μια πιο συνειδητή και συνεπή φροντίδα. Δεν είναι αυταρέσκεια, είναι αυτοφροντίδα.
«Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσοι άνδρες μου έχουν στείλει λουλούδια, διότι αντιμετωπίστηκε το πρόβλημα των συντρόφων τους και ο γάμος τους ή η σχέση τους βελτιώθηκε».
Η Ελλάδα είναι μια βαθιά αισθησιακή χώρα, όπου η σεξουαλικότητα κατέχει σημαντική θέση στην ταυτότητα των ανθρώπων. «Οι γυναίκες, για παράδειγμα στη Γερμανία, δεν είναι τόσο κοκέτες. Γι’ αυτό και όταν κάτι δεν λειτουργεί σωστά, το κόστος είναι βαρύ, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Όπως φροντίζουμε με επιμέλεια ό,τι είναι ορατό, την εικόνα και την εξωτερική μας εμφάνιση, έτσι οφείλουμε να δίνουμε την ίδια σημασία και σε όσα δεν φαίνονται».
Η Δρ. Ζαμπίνε Βίντσμαν αυτοπροσδιορίζεται, με μια δόση χιούμορ, ως «ερωτική μετανάστρια». Τα παιδικά της χρόνια τα έζησε στο Μόναχο, ο πατέρας της ήταν βιολόγος, και το σπίτι τους ήταν, κυριολεκτικά, μέσα στον ζωολογικό κήπο του Μονάχου. Δεν γνώρισε τον σύζυγό της σε κάποια ελληνική παραλία, όπως συνηθίζεται να λέγεται, αλλά σε ένα νοσοκομείο στο Λονδίνο. Εκείνος, ο Στέλιος, επρόκειτο να αναλάβει τη θέση της, καθώς η ίδια σχεδίαζε να επιστρέψει στη Γερμανία. Η ζωή, όμως, είχε άλλα σχέδια.
«Έγινε αυτό το καλό», λέει χαρακτηριστικά, και τελικά βρέθηκε στην Ελλάδα. Αρχικά πίστευε πως επρόκειτο για μια παύση, μια απόφαση καρδιάς να ακολουθήσει τον έρωτα και όχι την καριέρα και να ζήσει κάτι εντελώς νέο. Δεν μιλούσε τη γλώσσα, δεν γνώριζε τη χώρα, και θεωρούσε πως πιθανότατα δεν θα εργαζόταν. Η απόφασή της προκάλεσε απορία στο περιβάλλον της, η ίδια, ωστόσο, έδωσε στον εαυτό της έναν χρόνο για να δει αν μπορεί να ριζώσει στην Ελλάδα.
Όπως λέει, το ότι ήταν ερωτευμένη δεν χωρούσε αμφιβολία. «Ως Γερμανίδα, είδε τα πράγματα με προοπτική» και ξεκίνησε αμέσως να μαθαίνει ελληνικά, ήδη από τη δεύτερη ή τρίτη ημέρα, εγγραφόμενη σε φροντιστήριο εκμάθησης ελληνικής γλώσσας «ένα όμορφο σχολείο στο Μετς». Εκεί βρέθηκε ανάμεσα σε οικογένειες και επαγγελματίες που εργάζονταν στις τρεις γερμανικές εταιρείες, την περίοδο κατασκευής του αεροδρομίου.
Και τότε, σχεδόν απρόσμενα, ήρθε η ανατροπή. Γυναίκες από το περιβάλλον του φροντιστηρίου άρχισαν να της ζητούν ιατρικές συμβουλές. «Αφού είσαι γυναικολόγος, δεν μπορείς να με δεις;», τη ρωτούσαν. Ξεκίνησε να εργάζεται σχεδόν αμέσως, παρότι τα ελληνικά της ήταν ακόμη στοιχειώδη. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, από το απόλυτο μηδέν, βρέθηκε τότε με περισσότερη δουλειά από τον σύζυγό της.
Η καθημερινότητα, βέβαια, δεν ήταν χωρίς δυσκολίες. Θυμάται με χιούμορ ότι συχνά αγόραζε λάθος προϊόντα από το σούπερ μάρκετ, αδυνατώντας να διαβάσει τις ετικέτες.
Μετρώντας 28 χρόνια άσκησης της ιατρικής στην Ελλάδα, η κυρία Βίντσμαν τονίζει ότι η προσέγγισή της είναι βαθιά ολιστική. «Δεν πρόκειται μόνο για τις γυναικολογικές ορμόνες», επισημαίνει, «αλλά για ολόκληρο το ενδοκρινικό σύστημα. Τα επινεφρίδια, το πάγκρεας, τον θυρεοειδή». Όλα συνδέονται και όλα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην υγεία και την ευεξία μιας γυναίκας.
Η ίδια η ζωή, ωστόσο, ήταν εκείνη που τη δίδαξε σε βάθος αυτή τη φιλοσοφία. Περήφανη μητέρα τεσσάρων παιδιών, με το πρώτο να έχει σοβαρές ειδικές ανάγκες, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που την οδήγησε να αναζητήσει πέρα από την κλασική ιατρική την οποία έχει σπουδάσει και θαυμάζει. «Η ολιστική προσέγγιση ήρθε με τον γιο μας τον Σπύρο», λέει. «Μας έμαθε να εκτιμούμε τη ζωή στην ουσία της». Τον αποκαλεί «άγγελό» τους, καθώς, όπως εξηγεί, τους άνοιξε έναν δρόμο που ίσως να μην είχαν δει ποτέ διαφορετικά.
Στο ιατρείο της, η πιο ουσιαστική ανταμοιβή «είναι οι γυναίκες που έρχονται ερείπια και φεύγουν λειτουργικές, δυνατές, νιώθοντας ξανά καλά με τον εαυτό τους». Ένα αποτέλεσμα που, για την ίδια, δίνει νόημα σε κάθε της προσπάθεια.
Δείτε εδώ
