Η ιστορία και οι φιγούρες του Καραγκιόζη αναβιώνουν για παιδιά και μεγάλους στο Εργαστήριο Σκιών «Κούζαρος»
Facebook/Εργαστήριο Σκιών Κούζαρος
Facebook/Εργαστήριο Σκιών Κούζαρος

Η ιστορία και οι φιγούρες του Καραγκιόζη αναβιώνουν για παιδιά και μεγάλους στο Εργαστήριο Σκιών «Κούζαρος»

Κάθε καλοκαίρι, αναβιώνει στις πλατείες κι ο μπερντές του Καραγκιόζη στην αυθεντική μορφή του. Στις παραστάσεις και το πρόσωπο μιας από τις αυθεντικότερες και πιο δημοφιλείς μορφές της λαϊκής μας κουλτούρας τα παιδιά σε μια εποχή της ψηφιακής απομόνωσης μαθαίνουν και συμμετέχουν σε μία άλλη μορφή διασκέδασης.

Παράλληλα, και οι μεγάλοι θυμούνται τη δική τους νιότη, ενώ οι ακόμη μεγαλύτεροι αναπολούν την εποχή που το Θέατρο Σκιών συγκαταλέγονταν στις λιγοστές ευκαιρίες τους για έξοδο και διασκέδαση.

Στις μέρες μας η τέχνη του Θεάτρου Σκιών επιβιώνει χάρις στο μεράκι και την πραγματική αυταπάρνηση μίας νεώτερης γενιάς ιδαλγών του «μπερντέ», ανθρώπων σαν τη Σπυριδούλα Κούζη, κόρη κι εγγονή των διάσημων καραγκιοζοπαικτών (Σπύρου και Αναστάσιου) "Κούζαρων" και του συζύγου της, του Γιώργου. Μία τρίτη γενιά, που παρά τις αντιξοότητες που έχει κι είχε πάντα το επάγγελμα, επιμένει όχι απλά να συνεχίζει τις παραστάσεις, αλλά λειτουργώντας παράλληλα κι ένα εκπαιδευτικό εργαστήριο, διδάσκει την ιστορία του Καραγκιόζη και μεταλαμπαδεύοντας την τέχνη του παιξίματος και διαιωνίζοντας την κατασκευή της περίτεχνης φιγούρας του Θεάτρου Σκιών.

Το ΑΠΕ-ΜΠΕ κι ο Γιώργης-Βύρων Δάβος βρέθηκαν στο Εργαστήριο Σκιών «Κούζαρος» (www. ergastirioskiwnkouzaros.com) και παρακολούθησαν τη διαδικασία κατασκευής της φιγούρας του Καραγκιόζη, πληροφορήθηκαν την ιστορία τους και αποτύπωσαν την προσπάθεια της νέας γενιάς να αναβιώσουν την τέχνη. Μία προσπάθεια που βρίσκει ζωντανή ανταπόκριση από φορείς (σχολεία, δήμους), αλλά και μεμονωμένους ανθρώπους, γονείς και παιδιά, που βρίσκουν δημιουργική απασχόληση, ανακαλύπτουν ένα πάθος ζωής ή ακόμη και θεραπεία--όπως μας αποκαλύπτει κι η Σπυριδούλα Κούζη, αναφερόμενη σε παιδιά με τραυλισμό, που βελτιώθηκαν εντυπωσιακά χάρις στην ενασχόλησή τους με τα προγράμματα του εργαστηρίου.

Η αληθινή Ιστορία και πορεία του Καραγκιόζη

Η πορεία του Θεάτρου Σκιών στον ελληνικό χώρο είναι ακόμη ένα χαρακτηριστικό της ικανότητας της κουλτούρας να απορροφά τις επιρροές μίας κοινής πολιτισμικής λεκάνης και να μεταπλάθει οικειοποιούμενη την αρχική μορφή, τους δικούς της αυθεντικούς τύπους. Όπως συνέβη και με τον Καραγκιόζη, που όπως εξηγεί η Σπυριδούλα και με βάση τις έρευνες τού --συνάμα γερού φιλόλογου, πέρα από καραγκιοζοπαίκτη--πατέρα της το ιστορικό πρόσωπο, του σημαντικού στρατηγού, κουρδικής καταγωγής, Καρακούς που είχε πρωτοστατήσει στις Σταυροφορίες κατά τον 12ο αιώνα και είχε σταθεροποιήσει την κυριαρχία του στην Αίγυπτο, όπου έγινε μέχρι και βεζίρης της, κατάντησε μετά την ύπουλη εκθρόνιση και διαπόμπευσή του από τον ανιψιό του και ιδρυτή της δυναστείας των Αγιουβιδών η καταγέλαστη μορφή του Καραγκιόζη. Η ανάγκη να καταρρακωθεί η δημοφιλία του Καρακούς ανάμεσα στο στράτευμα και την κοινωνία, χρησιμοποίησε τη φυσική του δυσμορφία --την καμπούρα και τα μακριά του χέρια--για να κατεβάσει μία επιβλητική μορφή σε μία κωμική φιγούρα. Εν τούτοις, η Ιστορία εκδικείται καμμιά φορά με άλλους τρόπους κι η επιτυχία της φιγούρας του Καραγκιόζη πέρασε πρώτα στην παράδοση των Οθωμανών και μέσω αυτής και στη δική μας. 

Και πραγματικά ο ιδιότυπος χαρακτήρας του Καραγκιόζη, που έχει κατορθώσει να εξαρθεί πάνω από κάθε δημοτολόγιο, την ιστορική του προσωπικότητα και βρίσκεται διαρκώς σε μια τροχιά που ξεπερνά γενιές και χρονολογικές περιόδους, έχει αποθεωθεί και στη λογοτεχνία ( Γ. Βλαχογιάννη και το «Της τέχνης τα φαρμάκια» ή τα δοκίμια του Ν. Εγγονόπουλου ή του Γ. Κιουρτσάκη),στο θέατρο («Το Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ι. Καμπανέλλη), τη ζωγραφική στα έργα του Βάλια Σεμερτζίδη, τη μουσική (Δ. Σαββόπουλος). Υπάρχει σε όλες τις εποχές και τους τόπους και πάντα αναγεννάται από τις στάχτες του, ζωντανεύοντας στα χέρια και τη φωνή ενός «μάστορα» και «τεχνίτη».

Σε αντίθεση με τη σκηνή του θεάτρου ο Καραγκιόζης βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το κοινό του, το οποίο όχι μόνον παρακολουθεί, αλλά ταυτόχρονα συμμετέχει στα επί της σκηνής γεγονότα, επιτυγχάνοντας την απόλυτη μέθεξη με τη δράση και την πλοκή του έργου. Όπως μας τονίζει κι η Σπυριδούλα, τα έργα με ιστορική και μυθολογική πλοκή είναι τα πιο δημοφιλή, καθώς οι μικροί θεατές βλέπουν να αναπαρίστανται στο σεντόνι του θεάτρου σκιών οι φιγούρες πασίγνωστων ηρώων της Επανάστασης, ο Ηρακλής ή ο Μεγαλέξανδρος. Δεν είναι τυχαίο, μας εξηγεί η ίδια πως σταθερά ο πιο δημοφιλής χαρακτήρας (μετά τον Καραγκιόζη) είναι ο Μπαρμπα-Γιώργης --χαρακτήρας που εισήγαγε πρώτος ο καραγκιοζοπαίχτης Ρούλιας , έπονται οι ήρωες της Επανάστασης κι ο Μεγαλέξανδρος.

Οι φιγούρες του Θεάτρου Σκιών και το υλικό τους

Όπως μας εξηγεί η Σπυριδούλα, όσον αφορά την κατασκευή τους, «οι φιγούρες του θεάτρου σκιών έχουν έναν πλουραλισμό, που έχει να κάνει και με τον καλλιτέχνη, αλλά κυρίως με την εποχή και με το υλικό».

Η ίδια προσθέτει πως, το πρώτο υλικό το οποίο χρησιμοποιήθηκε στο θέατρο σκιών, ήταν το χαρτόνι (πάχους 25-35 εκατοστών), λόγω του ότι ήταν πολύ φθηνό και εύχρηστο--ιδίως όταν πρέπει να στήσεις στα γρήγορα μία παράσταση». Όπως μας εξηγεί κι ο Γιώργος, η χαρτονένια φιγούρα δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι έγχρωμη, αρκεί να την έχεις επενδύσει ώστε να μην απορροφά υγρασία. Το πατρόν (ή αλλιώς μήτρα) είναι αυτό που θα μας δώσει το εξωτερικό σχήμα αλλά και τα εσωτερικά σκαλίσματα. Το σχέδιο μεταφέρεται πάνω στο χαρτόνι, λαμβάνοντας υπ' όψη τα ατομικά κι ανατομικά χαρακτηριστικά κάθε φιγούρας και τις ιδιαιτερότητές της και κατόπιν χαράσσεται και κόβεται για να αρχίσει το σκάλισμα, πάνω σε ένα μάρμαρο κι ένα άλλο χαρτόνι..

Μία άλλη κατηγορία είναι οι «φιγούρες σάντουϊτς», που ονομάζονται έτσι λόγω της τεχνικής κατασκευής τους. Φτιάχνεται δύο φορές (δύο όμοιες φιγούρες) όπου ανάμεσά τους τοποθετούνται χρωματιστές ζελατίνες κι ενώνονται με κόλλα. Είναι από τις πιο εντυπωσιακές φιγούρες και εξόν από τις παραστάσεις, χρησιμοποιούνται και ως διάκοσμος μπροστά από τη σκηνή.

Κι επειδή η τέχνη του καραγκιοζοπαίχτη είναι η «τέχνη του φτωχού», οι φιγούρες μπορεί να κατασκευασθούν απ' όσα υλικά περισσεύουν-- λίγο χαρτόνι για τον κορμό (που είναι το μεγαλύτερο κομμάτι) και λίγη ζελατίνα για τη φουστανέλα. Οι «μικτές φιγούρες τούτες», αποτελούν και τη «μαγεία του Καραγκιόζη», όπως μας τονίζει η Σπυριδούλα, «γιατί πρέπει να τα κάνεις όλα εκ των ενόντων, μόνος σου και γρήγορα, για να βιοποριστείς».

Όμως οι δερμάτινες φιγούρες, που πρωτοεισήχθησαν το 1920 αρχικά σε δέρμα καμήλας, είναι εκείνες που λόγω του υλικού τους ειναι πιο εντυπωσιακές, αλλά κι οι πιο δύσκολες στην κατεργασία τους, γιατί προϋποθέτουν λείανση. Σε τούτες όμως, τα χρώματα εντονότερα κι όπως εμφαντικά προσθέτει η Σπυριδούλα «έχουν μια χαρακτηριστική μυρωδιά που σου αποτυπώνεται για πάντα».

Σήμερα, όπως μας εξηγούν η Σπυριδούλα και ο Γιώργος, χρησιμοποιείται αυτό που ο παππούς της ονόμαζε η «διαφανής ουσία»: το πολυπροπυλένιο ή «τάπερ». Αν κι είναι λίγο πιο ακριβή πρώτη ύλη από το χαρτόνι είναι πολύ πιο γρήγορο στην επεξεργασία.

Όπως μας επισημαίνει ο Γιώργος, «ξεκινάμε πάντα από το μάτι και τα εσωτερικά χαρακτηριστικά του προσώπου (μάτι, μαλλιά, μύτη, στόμα) και μετά κατεβαίνουμε σιγά-σιγά προς τα κάτω. Όταν σκαλίζουμε το μάτι ή το φρύδι, πρέπει να γυρίσουμε τη φιγούρα και από την άλλη πλευρά να τη χτυπήσουμε, ώστε το σκάλισμα να είναι ομοιόμορφο και από τις δύο όψεις».

Ιδιαίτερα είναι και τα εργαλεία, τα κοπίδια, που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή της φιγούρας: άλλα για στρογγυλά κοψίματα (για να περάσουν οι σούστες ή τα δίχαλα) και άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα ανάλογα με το μέγεθος της φιγούρας και τα κτυπάμε το σφυρί χρησιμοποιώντας το πάντα από το πλάι. Όπως μας εξηγεί ο Γιώργος, «παλαιότερα, οι καλλιτέχνες έφτιαχναν μόνοι τους τα κοπίδια από ατσάλινες ράγες ή πρόκες που τις πυρώνανε και τις χτυπάγανε μέχρι να γίνουν κοφτερές». Και προσθέτει και μία συμβουλή, γνωστή στους πιο «πεπειραμένους» τεχνίτες, «να έχουμε πάντα κοντά μας ένα σαπουνάκι για να γλιστράει το κοπίδι πιο εύκολα και να μαλακώνει το χαρτόνι».

Η ζωγραφική της φιγούρας και τα χρώματα

Όπως μας εξηγεί ο Γιώργος, «πριν ξεκινήσει το βάψιμο, περνάμε τη φιγούρα με ένα λευκό πλαστικό, ώστε οποιοδήποτε χρώμα μπει από πάνω να "πατήσει" σωστά και να δείξει ωραίο, προστατεύοντας παράλληλα το χαρτόνι. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται για τη ζωγραφική είναι κυρίως χρώματα που διαλύονται στο νερό, όπως ακρυλικά ή τέμπερες. Στα παιδιά που μαθαίνουν την τέχνη, δίνουμε λεπτούς μαρκαδόρους μέχρι να σταθεροποιηθεί το χέρι τους και να μπορούν να κρατάνε πινέλα».

Όπως και το σκάλισμα, μας τονίζει ο Γιώργος, έτσι κι η ζωγραφική της φιγούρας απαιτεί συγκεκριμένα στάδια: πάλι ξεκινάμε «από το πρόσωπο και τις λεπτομέρειες (π.χ. στο μουστάκι του Μπάρμπα-Γιώργου αφήνουμε λευκό, μαύρο ή καφέ για να φαίνεται πλούσιο) και προχωράμε προς τα κάτω. Δουλεύουμε τα χρώματα με σκίαση και πάντα προς μία κατεύθυνση (από πάνω προς τα κάτω ή από αριστερά προς τα δεξιά), ώστε το χρώμα να απλωθεί ομοιόμορφα και να μην φαίνονται ατέλειες όταν η φιγούρα βγει στο πανί».

Ο ίδιος μας λέει ότι πρωτίστως γνώμονάς μας είναι το φως της σκηνής, που περνάει μέσα από τα σκαλίσματα. «Όπου δεν υπάρχει σκάλισμα, πρέπει να βάζουμε έντονα χρώματα που τραβούν το μάτι» και για τούτο ισχύουν και κάποιοι περιορισμοί--πχ αποφεύγουμε τα πολύ σκούρα χρώματα (όπως το μαύρο ή το σκούρο καφέ) στο σώμα των ηρώων, γιατί σκοτεινιάζουν τη φιγούρα πίσω από το πανί· αντίθετα, προτιμάμε ανοιχτές αποχρώσεις. Επιπλέον, υπάρχουν κάποια παραδοσιακά χρώματα που πρέπει να σεβόμαστε (π.χ. τα τσαρούχια του Μπάρμπα-Γιώργου είναι κόκκινα, η φούντα λευκή).

Η τελική πράξη της «αποθέωσης»

Ιδιαίτερα εντυπωσιακές, όπως μας λέει η Σπυριδούλα, είναι οι περίτεχνες φιγούρες, οι οποίες ονομάζονται «φιγούρες αποθεώσεως», που χρησιμοποιούνται στο τέλος της παράστασης, δίνοντας έναν φαντασμαγορικό χαρακτήρα στη λύση της πλοκής όπου ο ήρωας είτε «αποδημεί» κι ένας άγγελος παίρνει την ψυχή του ή στεφανώνεται από κάποια θεία δύναμη. Σε αυτές το «φιλέτο» (το περίγραμμα) γίνεται συχνά με άσπρο μελάνι και τα σκαλίδια είναι πάρα πολύ έντονα, ώστε να δημιουργείται δέος στον θεατή. Όπως μας εξηγεί η Σπυριδούλα, «παλιά οι καραγκιοζοπαίχτες χρησιμοποιούσαν πάρα πολύ την αποθέωση πίσω από τον μπερντέ, αλλά μπορεί να μεταμφιέζονταν και οι ίδιοι και να έβγαιναν μαζί με τους βοηθούς μπροστά από τον μπερντέ. Συνήθως διαλέγανε όμορφα μικρά παιδάκια, τα ντύνανε με χλαμύδες και στεφάνια από χαρτόνι, κι απήγγειλαν ένα ποίημα (π.χ. «Πριν έμβω εις το ποίημα ηρώων των Ελλήνων...»). Είναι μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές στο θέατρο σκιών».

Το Θέατρο Σκιών και ο Καραγκιόζης με έναν αξιοπρόσεκτο συγκρητισμό, που επιτρέπει να συνδυάζονται εξωπραγματικά στοιχεία και πραγματικά πρόσωπα, το χονδροειδές και το παιδιάστικο με το Υψηλό της κωμικής τέχνης, η ηθογραφία με την Ιστορία. Η ίδια η φιγούρα του Καραγκιόζη, όπως κι οι υπόλοιπες δεν είναι αποτέλεσμα, ούτε καθορίζονται από την ιστορία που αναπαρίσταται στον μπερντέ, αλλά μπαινοβγαίνουν σε αυτές, δεν υποτάσσονται στη δράση, δημιουργώντας μία «διαδοχή πινάκων», όπως έλεγε κι ο Diderot για το θέατρο και τη χρησιμοποιούν ως υπόβαθρο για να ξεδιπλώσουν απλώς τον χαρακτήρα τους.

Άρα, το Θέατρο Σκιών έχει και ξεχωριστό διδακτικό χαρακτήρα. Διασώζει αφ' ενός τον λαϊκό πολιτισμό και διατηρεί εκείνο το άδολο κι αυθεντικό βλέμμα του κι αφ' ετέρου ζωντανεύει ιστορικά γεγονότα, βοηθώντας στο να διαμορφωθεί αυτή η συλλογική ταυτότητα κι η συνειδητοποίηση της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας. Σε μία εποχή που το μάτι του αστικοποιημένου και τεχνοκρατικού ανθρώπου έχει απομακρυνθεί από τον λαϊκό κι επαρχιακό πολιτισμό, τη στιγμή που η ψηφιακή εποχή έχει ομογενοποιήσει συμπεριφορές και γλωσσικούς κώδικες, συλλογικούς τύπους και κοινωνικούς χαρακτήρες, ο Καραγκιόζης προσθέτει έναν επιπλέον πλούτο: υπενθυμίζει και παραθέτει τις παλιώτερες διαφορές που υπήρχαν στις περιοχές, τις κοινωνίες, τα ήθη και τη γλώσσα της ελληνικής κοινωνίας, που όμως την εμπλούτιζαν και καθόριζαν τη μοναδικά πολυποίκιλη μορφή της.