Το «ξέπλυμα» της κυβέρνησης και τα κατά συνθήκην ψεύδη 

Το «ξέπλυμα» της κυβέρνησης και τα κατά συνθήκην ψεύδη 

Κάποτε όσοι είχαν άποψη κόντρα στο ρεύμα, λοιδορούνταν ως γερμανοτσολιάδες, νενέκοι, ραγιάδες κ.α., από τους αδούλωτους Έλληνες του αντιμνημονίου, που μαζί με την αοιδό Νατάσσα ήταν έτοιμοι να πάρουν τα βουνά. Η ανεξάρτητη σκέψη δεν αναγνωριζόταν. Πάντα έκρυβε κάποια σκοπιμότητα ή δουλεία.  

Με την επάνοδο στην στοιχειώδη κανονικότητα η σκέψη του άλλου, ειδικά εάν είναι διατυπωμένη σε Μέσο Ενωμέρωσης, να διαθλάται από κομματικό ή έστω παραταξιακό πείσμα. Η παραδοχή για παράδειγμα, ότι η διαφθορά ως προς τις κοινοτικές επιδοτήσεις είναι πανευρωπαϊκή, μεταφράζεται ως έμμεσο ξέπλυμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. 

Ως άμεσο ξέπλυμα  θεωρείται η διατύπωση της άποψης ότι μόνο στην Ελλάδα η διαφθορά γίνεται μέσω πολιτικής παρέμβασης, και ότι αυτή η παρέμβαση (ρουσφέτι) διαρκεί από καταβολής ελληνικού κράτους, αποτελώντας ταυτοτικό στοιχείο του.

Πολύ περισσότερο αν ισχυριστείς ότι τα πράγματα δεν είναι μονοσήμαντα. Αν πεις ότι είναι άλλη η ποιότητα, σαφώς καταδικαστέα  και δικάσιμη, των περιπτώσεων στυλ «Φραπέ», δηλαδή της δήλωσης ανύπαρκτων καλλιεργούμενων κτημάτων σε δασικές  εκτάσεις, σε θάλασσες, αεροδρόμια και βουνά, ή ζώα ανύπαρκτα που αναπαράγονται με εκπληκτική αφύσικη ταχύτητα.

Είναι άλλη η ποιότητα συμπεριφοράς ενός βουλευτή που με την αύρα της κυβερνητικής εξουσίας παρεμβαίνει και απαιτεί να στερηθεί τα χρήματα κάποιος δικαιούχος αγρότης για να πιστωθούν στον λογαριασμό του «δικού» του.

Και εντελώς άλλη η διαμεσολάβηση που δεν ζητάει καμία παρανομία, απλώς επισημαίνει μια καθυστέρηση ή μια περίπτωση γραφειοκρατικής δυσλειτουργίας που τείνει εις βάρος κάποιου δικαιούχου αγρότη, ή που απλώς μεταφέρει ένα αίτημα με τη μορφή της γνωστοποίησης συγκεκριμένου προβλήματος.

Αποστέλλεσαι δε στο πυρ το εξώτερον αν γράψεις το αυτονόητο. Ότι η εισαγγελική εντολή για άρση απορρήτου των επικοινωνιών στις οποίες αποτυπώθηκαν οι συνομιλίες υπουργών και κυβερνητικών βουλευτών, έγινε επί της παρούσης κυβέρνησης. Η κυβέρνηση μέλη της οποίας κατηγορούνται για παρανομίες, άπλωσε η ίδια τον ηλεκτρονικό ιστό της αράχνης για να πιαστούν μέλη της.

Και ναι, αυτό μπορεί να έγινε από απαίτηση της ευρωπαϊκής εισαγγελίας. Αλλά κατά τα ελληνικά ειωθότα, θα μπορούσε να έχει «πέσει σύρμα» και οι οικείοι της κυβέρνησης να μη χρησιμοποιούν τα τηλέφωνα. Είτε να μην αγγίζουν τα θέματα αυτά, είτε να ζητούν ρουσφέτια για τους ψηφοφόρους τους κατ’ ιδίαν, με προσωπικά ραντεβού.

Πάντως η προώθηση ενός νόμιμου αιτήματος μπορεί να καταλογίζεται ως ηθική απαξία αλλά δεν είναι παράνομη. Και η παραδοχή της υπεραιωνόβιας διαχρονίας των παρεμβάσεων δεν είναι υπερασπιστική προς την κυβέρνηση. Είναι ρεαλισμός, ή έστω κυνισμός. 

Ναι, είναι η απόληξη ενός πνεύματος κομματοκρατίας. Καλώς ήλθαμε την Ελλάδα, τη χώρα που στην τρικομματική ΝΔ- ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ το 2012 συζητούσαν όχι για ένα κοινής αποδοχής πρόγραμμα. Καθιέρωσαν το σύστημα «3-2-1» που αφορούσε τις δημόσιες θέσεις που θα καταλάμβαναν τα στελέχη τους. 

Σε μια ωμή επίδειξη κομματοκρατίας και ρουσφετολογίας, συμφώνησαν με βάση την εκλογική τους δύναμη, σε κάθε έξι θέσεις του δημοσίου, οι τρεις να ανήκουν στη ΝΔ, οι δύο στο ΠΑΣΟΚ και η μία στη ΔΗΜΑΡ. Και δεν αναφερόμαστε στο Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά σε θέσεις διοικητών, συμβούλων οργανισμών κ.λπ. (και προς τιμήν του ο Νίκος Ανδρουλάκης ως Γραμματέας του ΠΑΣΟΚ είχε δημοσίως ταχθεί κατά αυτής της ρύθμισης, θεωρώντας την ως συνέχεια του παλαιοκομματισμού). 

Προσωπική πίστη μας είναι πως ο αντισυστημισμός των κομμάτων που μετέχουν στη Βουλή είναι ένα κατά συνθήκην ψεύδος.  Ένα ψευδές κέλυφος. Όλοι είναι τέκνα και θεράποντες του ιδίου πολτικοοικονομικού συστήματος. Γι’ αυτό η διαμάχη τους είναι κομματική και μόνο. Για τα τιμάρια της εξουσίας εντός του ιδίου συστήματος γίνεται ο χαμός. 

Και όσοι το έχουν συνειδητοποιήσει, αρκούνται απλώς στο να επιδοκιμάζουν τα θετικά, να απορρίπτουν τα αρνητικά, χωρίς εισαγγελικό ύφος. 

Αυτό είναι για τους κομματικούς στρατούς που κάτι έχουν να προσμένουν ή να χάσουν, ή για τους ονειροφάνταστους που  κοροϊδεύουν τον εαυτό τους ότι προσδοκούν ένα άλλο σύστημα, ψηφίζοντας κοινοβουλευτικά κόμματα.