Τέλειωσε λοιπόν αισίως και το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ με πολιτική απόφαση για μη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, όποια κι αν είναι η ηγεσία της και όποιο κι αν είναι το εκλογικό αποτέλεσμα.
Οπότε το λύσαμε κι αυτό και πάμε παρακάτω. Το γεγονός, βεβαίως, ότι ουδείς μέχρι τώρα από τη Νέα Δημοκρατία κάλεσε το ΠΑΣΟΚ να συνεργαστεί μαζί της, είναι προφανώς μια ασήμαντη λεπτομέρεια.
Και διερωτάται κανείς γιατί στο ΠΑΣΟΚ άνοιξαν τώρα μια τέτοια συζήτηση. Μια συζήτηση «στείρα και άτοπη» όπως θα την χαρακτήριζε και ο Τάσος Γιαννίτσης, που είναι από τις λίγες πλέον φωνές λογικής στον χώρο και είπε ο άνθρωπος τα αυτονόητα. Ότι ο ίδιος δεν θα απέκλειε μια τέτοια συνεργασία στο μέλλον, αν οι συνθήκες το επιβάλλουν, όπως άλλωστε συνέβη και στην τριετία 2012-15.
Στο ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, προτίμησαν να συνταχθούν με τις εμμονές του Δούκα και να αυτοεγκλωβιστούν έτσι σε μια άκαμπτη και μάλλον αδιέξοδη θέση που τους υποχρεώνει εφεξής να απαντούν στο εύλογο ερώτημα «κι αφού όχι με τη Νέα Δημοκρατία, τότε με ποιον;».
Ένα ερώτημα, όμως, που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα λειτουργήσει υπέρ τους από τώρα και μέχρι τις εκλογές. Εν πάση περιπτώσει, αυτό σκέφτηκαν, αυτό αποφάσισαν, μένει να δούμε και τι θα πει ο κόσμος σε έναν περίπου χρόνο από τώρα.
Κατά τ’ άλλα, επικράτησε ομοψυχία, περίσσεψαν τα χαμόγελα, τα καλά λόγια και οι αβροφροσύνες με τα «Γιώργο μου», τα «Βαγγέλη μου», τα «Νίκο μου» και τα «Χάρη μου», και αναμένουμε τώρα να δούμε και κατά πόσο το καλό κλίμα θα μετουσιωθεί και σε εκλογική επιρροή.
Το λες πάντως αναμφισβήτητα και πρόοδο σε σχέση με το παρελθόν, όταν ο Γιώργος διέγραφε τον Σημίτη το 2008, όταν ο Βενιζέλος ανέτρεπε τον Γιώργο το 2011 μετα τη φαεινή ιδέα του δεύτερου να προτείνει δημοψήφισμα για τα μέτρα των μνημονίων, όταν η αείμνηστη Φώφη πρότεινε το 2019 στον Βενιζέλο την «τελευταία τιμητική θέση» στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας εξωθώντας τον σε αποχώρηση, όταν ο νυν αρχηγός Ανδρουλάκης υπονόμευε επίσης τη Φώφη όπως και όσο μπορούσε.
Και κατά τ’ άλλα επίσης και ενώ απέρριπταν όλοι μετά βδελυγμίας ένα «συνέδριο μηχανισμών», την επομένη μέρα μέτραγαν ωστόσο μετά μανίας τα κουκιά στην κεντρική επιτροπή. Με τόσους εκλεγμένους «προεδρικούς», τόσους του Χριστοδουλάκη, τόσους του διδύμου Γερουλανου -Κατρίνη, τόσους της Διαμαντοπούλου, τόσους του Δούκα.
Ενός Δούκα που παρά το γεγονός ότι κατάφερε και έσυρε ένα ολόκληρο κόμμα απ’ τη μύτη ως προς την απόφαση για μη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, βγήκε εν τούτοις ξεπουπουλιασμένος απ’ το Συνέδριο, έχοντας πλέον ελάχιστη επιρροή στα όργανα.
Η μετασυνεδριακή ευφορία πιθανόν να φέρει και μια πρόσκαιρη δημοσκοπική ανάκαμψη. Το ίδιο άλλωστε συνέβη και αμέσως μετά την εκλογή ηγεσίας το 2024.
Αλλά το βασικό ερώτημα με το ποιους τελικά θα συνεργαστεί το ΠΑΣΟΚ και κυρίως πάνω σε ποια προγραμματική βάση, θα παραμείνει.
Και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι στο ΠΑΣΟΚ θα καταφέρουν να διαλύσουν την ομίχλη, δίνοντας πειστικές απαντήσεις. Και με αυτή την έννοια τα δύσκολα είναι μπροστά τους. Γιατί αν τελικά δεν υπάρξει αυτοδυναμία της ΝΔ, ή ακόμα κι αν οι ίδιοι κερδίσουν απλά με μια ψήφο διαφορά όπως λένε, τα δικά τους διλήμματα θα είναι τεράστια. Και η αυτοπαγίδευση στην οποία οδηγήθηκαν στο συνέδριο, ίσως αποδειχθεί μοιραία.
