Ευθύς εξ αρχής να ξεκαθαρίσω πως είμαι επιφυλακτικός με τις χθεσινές συλλήψεις μέχρι να δοθούν τα σχετικά στοιχεία στη δημοσιότητα και να ακουστεί και η altera pars. Και άλλες φορές είχαμε συλλήψεις, αλλά οι υποθέσεις για διάφορους λόγους δε «στάθηκαν» στη δικαστική αίθουσα. Πάντως, την εκδοχή να βρισκόμαστε μπροστά σε μια επικοινωνιακή διαχείριση της τρομοκρατίας από την πλευρά της κυβέρνησης, την βρίσκω αφελή.
Σε μια ημέρα δύο συλλήψεις και σε τόσο σημαντικές υποθέσεις, είναι ο ορισμός του επικοινωνιακού λάθους, καθώς η μια επικαλύπτει την άλλη. Αν το ζήτημα αφορούσε την επικοινωνία θα ξεδιπλωνόταν μέσα στον χρόνο. Ούτως ή άλλως η Μαρφίν περιμένει 16 ολόκληρα χρόνια. Οφείλω να σημειώσω πως αν η υπόθεση, κυρίως της Μαρφίν, εξελιχθεί σε φιάσκο, η πολιτική ζημία θα είναι πολύ πιο σημαντική από το αν αυτές οι τέσσερις δολοφονίες θα εξακολουθούσαν να παραμένουν ανεξιχνίαστες.
Το εντυπωσιακό όμως είναι οι αντιδράσεις σημαντικής μερίδας του «προοδευτικού» χώρου που εμφανίστηκαν στο Διαδίκτυο με την εξής διαβάθμιση: αμηχανία, ειρωνεία, χυδαιότητα. Αντί να δηλώσουν τις επιφυλάξεις τους για αυτές τις συλλήψεις - κάτι το απολύτως λογικό - δείχνουν τον εκνευρισμό τους και τη στενοχώρια τους διότι εκτιμούν πως η κυβέρνηση κερδίζει πόντους. Λες και πήραν μια ντιρεκτίβα, προβάλλουν το ομοιόμορφο σχόλιο «πριν τις εκλογές θα εξιχνιάσουν και τη δολοφονία του Καποδίστρια», ενώ οι φωστήρες της πολιτικής σκέψης βλέπουν αυτές τις συλλήψεις σαν το τελευταίο χαρτί μιας κυβέρνησης που καταρρέει. Πολιτικά νήπια, με νηπιώδη σκέψη. Λες και αυτές οι συλλήψεις θα επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα της άνοιξης του 2027. Για την καταρρέουσα κυβέρνηση, τα ίδια έλεγαν και πριν από τις εκλογές του 2023.
Αν δεν το έχει αντιληφθεί ο αναγνώστης, όλος αυτός ο «προοδευτικός» χώρος που αντιμετώπιζε με την θαλπωρή της ανοχής τους φονιάδες της 17 Νοέμβρη και του ΕΛΑ, ετοιμάζει το έδαφος για να αμφισβητήσει όσα στοιχεία θα εμφανίσουν οι διωκτικές αρχές. Δεν είναι μόνον ο αντικυβερνητικός φανατισμός τους και η απογοήτευση που αισθάνονται για τον ευτελισμό και την κατάντια της ριζοσπαστικής Αριστεράς, στο σύνολό της.
Είναι κυρίως η ιδεολογική συγγένεια που αισθάνονται για τους κάθε λογής τρομοκράτες και η αποστροφή τους στις έννοιες του νόμου και της τάξης. Μπορεί στα λόγια να καταδικάζουν την τρομοκρατία, όμως πάντα αφήνουν και μια μεγάλη πόρτα για να περάσει η εκδοχή τα εγκλήματα να τα διέπραξαν σκοτεινοί κύκλοι. Η σύλληψη των τρομοκρατών αποτελεί και τη διάψευση αυτής της εκδοχής. Απεναντίας, όσο παραμένουν ασύλληπτοι, υπάρχει χώρος και για το σενάριο της δράσης των προβοκατόρων.
Σχεδόν τρεις γενιές της Μεταπολίτευσης διαπαιδαγωγήθηκαν πολιτικά και ιδεολογικά πως η βία αποτελεί μια από τις πολλές μορφές αγώνα του λαϊκού κινήματος. Αυτό το ιδεολόγημα έχει αποτυπωθεί μέσα τους ακόμα και αν, με την πάροδο του χρόνου, μετακινήθηκαν πολιτικά. Η αναγνώριση υψηλών κινήτρων στους φονιάδες έχει αμβλύνει τις αντιδράσεις τους σε κάθε έκνομη ενέργειά τους. Έτσι σήμερα, αντί να περιμένουν να δουν ποια είναι τα στοιχεία που οδήγησαν στις συλλήψεις, σπεύδουν να τις χλευάσουν ως έργο μιας κυβερνητικής σκηνοθεσίας, μπροστά στο « κύμα ογκούμενης αγανάκτησης».
