Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν δίστασε να θέσει για δεύτερη φορά, εντός της Τουρκίας αυτή τη φορά, στη σύνοδο του ΝΑΤΟ, το θέμα του casus belli για την άσκηση του ελληνικού δικαιώματος ανακήρυξης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια.
Μία ημέρα πριν ξεκινήσει η σύνοδος, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ μίλησε σε αμερικανικό δίκτυο για μια Τουρκία «μολυσμένη» από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία κατέχει τη Βόρεια Κύπρο. Επέκρινε τον Ερντογάν, αλλά ο πραγματικός αποδέκτης ήταν ο Αμερικανός πρόεδρος, που χαριεντίζεται μαζί του περιφρονώντας τους Ευρωπαίους και τους θεσμούς της ίδιας της αμερικανικής δημοκρατίας.
Η στάση του Έλληνα πρωθυπουργού δεν είναι τυχαία.
Σπάνια στα 200 χρόνια της νεοελληνικής πραγματικότητας η Ελλάδα έχει συμπεριφερθεί με τόση αυτοπεποίθηση, αλλά και σύνεση, έναντι της Τουρκίας. Μετά την κρίση χρεοκοπίας που κράτησε μια δεκαετία, η χώρα εξοπλίζεται με επιλογές που της εξασφαλίζουν στρατηγικά και τακτικά πλεονεκτήματα και αναπτύσσει μια διπλωματική δραστηριότητα με συνοχή και αποτελεσματικότητα, οριοθετώντας ΑΟΖ με χώρες όπως η Ιταλία και η Αίγυπτος.
Τακτικά πλεονεκτήματα ήταν τα υποβρύχια που «γέρνουν», αρκετά χρόνια πριν αποκτήσει ανάλογα η Τουρκία· τα Rafale και οι πύραυλοι Meteor, πριν αποκτήσει η Τουρκία Eurofighter. Τακτικό πλεονέκτημα είναι, βεβαίως, και η εξασφάλιση των F-35, σε μια περίοδο που η γειτονική χώρα εκλιπαρεί να επανέλθει στο πρόγραμμα.
Στρατηγικά πλεονεκτήματα είναι οι αμυντικές συμφωνίες με ΗΠΑ, Γαλλία και Ισραήλ, καθώς και η εξασφάλιση του κάθετου ενεργειακού διαδρόμου, που καθιστά τη χώρα μία από τις ενεργειακές πύλες της Ευρώπης.
Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως τις τελευταίες δεκαετίες η διαφορά δυναμικής με την Τουρκία έχει πολλαπλασιαστεί. Η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε μια χώρα με πληθυσμό άνω των 80 εκατομμυρίων και ΑΕΠ πενταπλάσιο του ελληνικού.
Ο πληθυσμός και η μέση ηλικία του είναι καθοριστικός παράγοντας για την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύ μιας χώρας. Ο μοναδικός τρόπος να αντιμετωπιστεί μια τέτοια διαφορά ισχύος είναι οι έξυπνες επιλογές αμυντικού εξοπλισμού και ένα ισχυρό πλέγμα στρατιωτικών και διπλωματικών συμμαχιών.
Δηλαδή, ακριβώς αυτό που κάνουμε.
Είναι αφελείς όσοι, λαϊκίζοντας, πιστεύουν πως αν αυξηθούν τα επιδόματα τοκετού και τέκνων θα αυξηθούν οι γεννήσεις. Η μείωση των γεννήσεων είναι φαινόμενο που αφορά όλες τις ανεπτυγμένες κοινωνίες και έχει να κάνει με βαθύτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και αξίες.
Παρόμοιο πρόβλημα αντιμετωπίζει, άλλωστε, και η ίδια η Τουρκία: οι γεννήσεις στις δυτικές επαρχίες της πλησιάζουν τα επίπεδα της Ελλάδας και της Ευρώπης, ενώ εκείνες στις ανατολικές, υπανάπτυκτες περιοχές είναι πολλαπλάσιες. Από αυτές τις δημογραφικές αποκλίσεις προκύπτει, εν πολλοίς, και η στροφή της χώρας στο ισλάμ και τον ευρασιατισμό.
Στη διαμόρφωση των ελληνικών τακτικών και στρατηγικών πλεονεκτημάτων έχει συνεισφέρει, πάντως, και η ίδια η Τουρκία, με την αλλοπρόσαλλη και αλαζονική πολιτική του ερντογανικού καθεστώτος.
Η Τουρκία αυτοτραυματίστηκε όταν απέκτησε τους S-400 και όταν, από σύμμαχος, μεταβλήθηκε σε αντίπαλο του Ισραήλ προκειμένου να ηγηθεί του μουσουλμανικού κόσμου. Η Τουρκία στέκεται πάνω σε μια πυριτιδαποθήκη, καθώς με την πληθωριστική οικονομική πολιτική της εξαθλιώνει τον πληθυσμό της για να πριμοδοτεί μια βιομηχανική ανάπτυξη και, κυρίως, μια αμυντική βιομηχανία μαχητικών 5ης γενιάς - χωρίς κινητήρες. Από τη μία διαφημίζει το ΚΑΑΝ και την πυραυλική «αυτάρκεια» και από την άλλη εκλιπαρεί για F-35 και Patriot.
Γι' αυτό, μην φοβάστε την Τουρκία. Να την υπολογίζετε - αλλά μην τη φοβάστε.
📬🖊️ Επιστολές αναγνωστών
Σχετικά με το άρθρο «Γιατί δεν πρέπει να φοβόμαστε την Τουρκία» - Μια διαφορετική ανάγνωση της γεωπολιτικής πραγματικότητας
Αξιότιμε κ. Στούπα,
Διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο σας σχετικά με την αποτρεπτική ισχύ της Ελλάδας. Συμφωνώ ότι η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε του πανικού ούτε της ηττοπάθειας. Ωστόσο, θεωρώ ότι η αισιοδοξία που αποπνέει το κείμενό σας υποτιμά ορισμένες μακροπρόθεσμες εξελίξεις, οι οποίες κατά τη γνώμη μου θα διαμορφώσουν το περιβάλλον ασφαλείας των επόμενων δεκαετιών.
Επιτρέψτε μου ορισμένες παρατηρήσεις:
1. Το Διεθνές Δίκαιο από μόνο του δεν αρκεί
Στην Ελλάδα έχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση ότι η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας μάς εξασφαλίζει αυτομάτως το δίκαιο των θέσεών μας. Στην πράξη όμως, στις διεθνείς σχέσεις η ισχύς και η πολιτική βούληση συχνά προηγούνται του δικαίου. Το τουρκικό casus belli, όσο παράνομο και αν είναι, εξακολουθεί να λειτουργεί ως ουσιαστικός μοχλός πίεσης απέναντι στην ελληνική πλευρά.
Παράλληλα, αρκετοί ξένοι αναλυτές εκτιμούν ότι, σε περίπτωση προσφυγής στη Χάγη, δύσκολα θα προέκυπτε απόφαση που θα δικαίωνε πλήρως οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές. Η ιδιαιτερότητα της γεωγραφίας του Αιγαίου καθιστά πιθανότερη μια λύση που θα βασίζεται σε αμοιβαίες προσαρμογές παρά σε απόλυτη επικράτηση της μιας ή της άλλης θέσης.
2. Η Τουρκία γίνεται ολοένα πιο σημαντική για την Ευρώπη
Πέρα από τη διαχρονικά προσεκτική στάση της Γερμανίας, διακρίνεται μια ευρύτερη τάση σε χώρες όπως η Βρετανία, η Ιταλία και η Ισπανία να αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως αναγκαίο εταίρο. Οι λόγοι είναι οικονομικοί, βιομηχανικοί, ενεργειακοί και γεωπολιτικοί.
Για τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, μια αγορά άνω των 85 εκατομμυρίων κατοίκων, με σημαντική βιομηχανική βάση και στρατηγική θέση, αποτελεί παράγοντα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί, ακόμη και όταν υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες με την Άγκυρα.
3. Οι συμμαχίες δεν είναι στατικές
Το εν λόγω άρθρο δίνει την εντύπωση ότι υπάρχει ένα σταθερό περιφερειακό πλαίσιο συνεργασίας που λειτουργεί διαρκώς υπέρ της Ελλάδας. Η πραγματικότητα όμως δείχνει ότι οι ισορροπίες μεταβάλλονται.
Η επαναπροσέγγιση Αιγύπτου και Τουρκίας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τις κατά καιρούς εντάσεις, συνεχίζουν να αναζητούν τρόπους ώστε η Τουρκία να παραμείνει ενταγμένη στον δυτικό αμυντικό σχεδιασμό. Δύσκολα θα διακινδύνευαν την απώλεια μιας χώρας που ελέγχει τα Στενά και κατέχει τόσο κρίσιμη γεωγραφική θέση.
4. Το σημερινό πλεονέκτημα δεν είναι απαραίτητα μόνιμο
Η ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων με Rafale, αναβαθμισμένα F-16 Viper και τις νέες φρεγάτες αποτελεί αναμφίβολα σημαντική εξέλιξη και ενισχύει ουσιαστικά την αποτρεπτική μας ισχύ.
Το ερώτημα όμως είναι τι θα συμβεί σε βάθος είκοσι ή τριάντα ετών. Η Τουρκία επενδύει συστηματικά στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία, διαθέτει πολλαπλάσιο πληθυσμό και ευνοϊκότερη δημογραφική δυναμική. Αν αυτές οι τάσεις συνεχιστούν, δημιουργούν μια μακροπρόθεσμη δυναμική που δεν θα πρέπει να υποτιμούμε.
Συμπερασματικά, συμφωνώ μαζί σας ότι η Ελλάδα χρειάζεται αυτοπεποίθηση. Δεν πιστεύω όμως ότι η αυτοπεποίθηση πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό.
Κατά την άποψή μου, η μόνη πραγματικά βιώσιμη στρατηγική για τη χώρα είναι η ουσιαστική συμμετοχή σε μια βαθύτερα ενοποιημένη ευρωπαϊκή πολιτική και αμυντική ένωση, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι επίσης πιθανό ότι μια τέτοια αρχιτεκτονική ασφαλείας δεν θα μπορέσει να διαμορφωθεί αγνοώντας πλήρως τον ρόλο της Τουρκίας.
Γι' αυτό θεωρώ πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι ο φόβος αλλά η υποτίμηση των μακροπρόθεσμων δημογραφικών, οικονομικών και γεωπολιτικών εξελίξεων. Αν αυτές συνεχιστούν με τον σημερινό ρυθμό, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι κάποια στιγμή οι ίδιοι οι εταίροι και σύμμαχοί μας θα θεωρήσουν έναν ευρύτερο συμβιβασμό στο Αιγαίο ως την πιο συμφέρουσα λύση για τη συνοχή της περιοχής.
Με εκτίμηση,
Χρήστος Βλάχος
