Το μοναδικό πρόταγμα να φύγει ο Μητσοτάκης, χωρίς αυτό να συνοδεύεται από μια άλλη πρόταση διακυβέρνησης, οδηγεί το μέτωπο αυτό στην απόλυτη γελοιοποίηση.
Ο εκφυλισμός και η κατάρρευση του αντι-Μητσοτακικού μετώπου
Collage/Eurokinissi
Collage/Eurokinissi

Ο εκφυλισμός και η κατάρρευση του αντι-Μητσοτακικού μετώπου

Το μοναδικό πρόταγμα να φύγει ο Μητσοτάκης, χωρίς αυτό να συνοδεύεται από μια άλλη πρόταση διακυβέρνησης, οδηγεί το μέτωπο αυτό στην απόλυτη γελοιοποίηση.

Ενόσω μπήκαμε για τα καλά στην προεκλογική εκστρατεία και τα πυρά των πολιτικών αντιπάλων πυκνώνουν σε διάφορα πεδία, εκτιμούμε ότι στη συνείδηση των πολιτών έχει αρχίζει να σχηματοποιείται το βασικό εκλογικό στοίχημα: 

Να επιλέξουν την κυβερνητική πρόταση, που σύμφωνα με το κυρίαρχο πολιτικό κλίμα έχει θετικό πρόσημο, καθώς και αρκετές εκκρεμότητες προς επίλυση ή να αναζητήσουν κάτι «διαφορετικό», όπως προτείνουν οι αντίπαλοι της; 

Αυτό όμως το «διαφορετικό», στην αφετηρία του έχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Παραμένει στο επίπεδο του φανταστικού, είναι άγνωστο, ασχημάτιστο και στην καλύτερη περίπτωση ετερόκλητο, ενώ τελευταία το αρνούνται ως κάτι ενιαίο, αυτοί που θα μπορούσαν ως συνεργαζόμενοι να το εφαρμόσουν.

Αυτό που επιχειρήθηκε να στεγαστεί κάτω από τον τίτλο «προοδευτική κυβέρνηση» και κατέληξε να συζητείται ως κυβέρνηση «ηττημένων», «ευρεία», «ειδικού σκοπού», «ανοχής», μήπως και γινόταν πιστευτό ως έχον πιθανότητες πραγματοποίησης, αποκαλύφθηκε οριστικά πια, ότι ορίζεται από ένα και μοναδικό «αντί»: να φύγει ο Μητσοτάκης.

Πρόκειται για ένα ετερόκλητο συνονθύλευμα πολιτικών, διανοουμένων που αναζητούν πολιτικό ρόλο, ολιγαρχών που επιζητούν να μοιραστούν την πολιτική εξουσία με σκοπό μεγαλύτερα μερίδια από την προς διανομή «πίττα», που δεν διαθέτει μια άλλη πρόταση διακυβέρνησης στην οποία να δηλώνουν όλοι μέτοχοι και συνδημιουργοί.

Ο Α. Τσίπρας πίστεψε ότι είχε τη δική του ευκαιρία να πάρει πίσω όλα αυτά που του στέρησε το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, ηγούμενος ενός αντίστοιχου αντι-Μητσοτακικού μετώπου. Δεν κατάλαβε ποτέ, ότι το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, δεν ήταν μόνο ένα μέτωπο απαλλαγής από την καταστροφική κυβέρνησή του, αλλά μια συνεκτική πολιτική συμμαχία για να ξαναμπεί η Ελλάδα στον Ευρωπαϊκό χάρτη, να ενισχύσει τη γεωπολιτική θέση της, να σταθεροποιήσει δημοκρατικούς θεσμούς που είχαν πληγεί, να οργανώσει την αναπτυξιακή διαδικασία και να προχωρήσει στον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους. Ήταν, δηλαδή, μια άλλη πρόταση διακυβέρνησης. Όπως δεν καταλαβαίνει ακόμα, ότι αυτό το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, εξελίχθηκε σήμερα σ’ ένα νέο μέτωπο ευθύνης και προόδου, με σκοπό να συνεχιστούν σταθερά τα βήματα της χώρας προς τα εμπρός. 

Η έλλειψη αντίστοιχου πολιτικού και προγραμματικού περιεχομένου στο αντιΜητσοτακικό μέτωπο, το οδήγησε πολύ γρήγορα στην αποκάλυψη και, τελικά, στον εκφυλισμό και την κατάρρευσή του. Το μοναδικό πρόταγμα να φύγει ο Μητσοτάκης, χωρίς αυτό να συνοδεύεται από μια άλλη πρόταση διακυβέρνησης, οδηγεί το μέτωπο αυτό στην απόλυτη γελοιοποίηση, με όσα συμβαίνουν τελευταία.

Όλοι οι πραγματικοί ή υποτιθέμενοι μέτοχοι της «προοδευτικής κυβέρνησης», καταγγέλλουν ο ένας τον άλλο, κάποιοι διαχωρίζουν τη θέση τους αλαλάζοντες, αφήνοντας τον κατά φαντασίαν ηγέτη της, τον Α. Τσίπρα, κυριολεκτικά απομονωμένο, να εκλιπαρεί πότε τον Βαρουφάκη, πότε το ΚΚΕ και πότε το ΠΑΣΟΚ, να «συμμετάσχουν», να «στηρίξουν» ή να «ανεχτούν» τη δική του κυβέρνηση, και τελικά να εισπράττει από όλους ένα ηχηρό όχι. 

Διέφυγε του Α. Τσίπρα και κάτι ακόμα, πολύ σημαντικό: Ότι οι πολιτικές συλλήψεις των μετώπων είναι αποδοτικές υπό δύο σοβαρές προϋποθέσεις: Αυτός που τα εκπροσωπεί, πρέπει να είναι ελκυστικότερος του αντιπάλου του και, το κυριότερο, να υπάρχει και να κυριαρχεί η ανάγκη δημιουργίας του μετώπου στο λαϊκό αίσθημα. Τώρα, δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Τις προϋποθέσεις αυτές, η μετωπική λογική της αριστεράς τις αγνοεί και γι’ αυτό συνήθως αποτυγχάνει. Γι’ αυτό και έχουμε εισέλθει ήδη στην περίοδο της σκληρής σύγκρουσης και αλληλοεξόντωσης των μετόχων του αντι-Μητσοτακικού μετώπου, με τον εμπνευστή τους να πληρώνει το μεγαλύτερο κόστος, έχοντας απώλειες προς τα αριστερά του και όχι μόνο.

Στην τελική ευθεία προς τις εκλογές, τα ερωτήματα «ποιος» και «πώς», παίρνουν ξανά την κυρίαρχη θέση τους. Τα ερωτήματα αυτά δεν διαχωρίζονται, γι’ αυτό και το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης αποκτά καθοριστική σημασία, καθιστώντας στην πραγματικότητα τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις αξεχώριστες.

Αυτή η αξεχώριστη συνθήκη, συνειδητοποιείται όλο και περισσότερο από τη λαϊκή συνείδηση, η οποία με τη σειρά της, θα οδηγήσει στη διασφάλιση μιας πορείας σταθερότητας και ανόδου για τη χώρα, απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο πολιτικού κενού και ακυβερνησίας.