Σέβομαι τον καθηγητή Ευάγγελο Βενιζέλο, τη θεσμική του διαδρομή και τη συμβολή του στον δημόσιο διάλογο. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η ομιλία του στο 4ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ απαιτεί καθαρή αντίκρουση. Δεν ήταν απλώς μια αυστηρή αντιπολιτευτική παρέμβαση. Ήταν μια απόπειρα να περιγραφεί η Ελλάδα ως χώρα σχεδόν συνολικής θεσμικής εκτροπής: κρίση θεσμών, «υποκλοπές των θεσμών», αδιαφάνεια, διαφθορά, κρατική αδυναμία, χαμένη ευκαιρία στο Ταμείο Ανάκαμψης, διόγκωση ανισοτήτων και χώρα «ουραγός» στην Ευρώπη.
Στην ίδια ομιλία ζήτησε από το ΠΑΣΟΚ να προτάξει την αναστήλωση των θεσμών, την αποκατάσταση της κρατικής λειτουργίας, την κοινωνική συνοχή, την αναπτυξιακή συμπερίληψη και την επικαιροποίηση των πολιτικών εθνικής ασφάλειας.
Κανείς σοβαρός πολίτης δεν ισχυρίζεται ότι όλα λειτουργούν άψογα. Υπάρχουν θεσμικά ελλείμματα, κοινωνική πίεση και υπαρκτά πεδία όπου η κυβέρνηση οφείλει να τρέξει ταχύτερα. Άλλο, όμως, η αναγνώριση προβλημάτων και άλλο η πολιτική υπερβολή που συμπιέζει ετερογενείς αδυναμίες σε μία ενιαία εικόνα εθνικής παρακμής. Η φιλελεύθερη και τεχνοκρατική ανάγνωση απαιτεί μέτρο: ούτε ωραιοποίηση ούτε δραματοποίηση.
Αν δούμε τα μετρήσιμα στοιχεία, η κατηγορία περί γενικευμένης κρατικής αδυναμίας δεν αντέχει ως συνολική περιγραφή. Ειδικά στο πεδίο των φυσικών καταστροφών, όπου υπάρχουν πραγματικές επιχειρησιακές, διοικητικές και διαχειριστικές αδυναμίες, χρειάζεται σοβαρότητα και όχι συνθηματολογία. Δεν μπορεί, όμως, ένα τόσο σύνθετο και πολυπαραγοντικό πεδίο να μετατρέπεται σε απόδειξη συνολικής κρατικής ανικανότητας.
Και αυτό γιατί η διαχείριση κρίσεων στην Ελλάδα δεν εξαρτάται από έναν μόνο κρίκο, αλλά δοκιμάζεται συχνά μέσα σε αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων, ασάφειες ευθύνης και διαβαθμισμένες υποχρεώσεις ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση, τις περιφέρειες και τους δήμους. Αυτή ακριβώς η πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική διοίκησης παράγει συχνά καθυστερήσεις, κενά συντονισμού και μετακύλιση ευθυνών.
Την ίδια στιγμή, όμως, θα ήταν άδικο και ανακριβές να αγνοηθεί ότι καταβάλλονται σοβαρές προσπάθειες βελτίωσης της επιχειρησιακής ετοιμότητας, της πρόληψης, της διαχειριστικής επάρκειας και της οργανωμένης απόκρισης σε κρίσεις. Άρα, η σωστή ανάγνωση δεν είναι ούτε αφοριστική ούτε αθωωτική: υπάρχουν πραγματικά προβλήματα κρατικής λειτουργίας, αλλά αυτά δεν ισοδυναμούν αυτομάτως με συνολική κρατική κατάρρευση.
Διότι την ίδια στιγμή, σε άλλα κρίσιμα πεδία της δημόσιας διοίκησης, το κράτος έχει ήδη αλλάξει μετρήσιμα: το gov.gr συγκεντρώνει σε ενιαία πύλη τις ψηφιακές υπηρεσίες του Δημοσίου και το support.gov.gr λειτουργεί ως ενιαίο σημείο επικοινωνίας πολιτών και επιχειρήσεων με τις δημόσιες υπηρεσίες. Η γραφειοκρατία δεν εξαφανίστηκε. Η σχέση κράτους-πολίτη, όμως, απλουστεύτηκε ουσιαστικά.
Η ίδια θεσμική και διοικητική ειλικρίνεια απαιτείται και σε υποθέσεις όπως τα Τέμπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Ούτε εδώ χωρούν εύκολοι συμψηφισμοί, αλλά ούτε και η βολική ψευδαίσθηση ότι πρόκειται για αστοχίες ενός μόνο πολιτικού χρόνου ή ενός μόνο επιπέδου διοίκησης.
Στα Τέμπη, όπως και σε άλλες μεγάλες κρίσεις, συναντώνται διαχρονικές αδυναμίες υποδομών, ελλείμματα εποπτείας, κατακερματισμός ευθυνών και θεσμική ασυνέχεια. Στον ΟΠΕΚΕΠΕ, αντίστοιχα, αποκαλύπτονται χρόνιες παθογένειες ελέγχου, διοικητικής αδιαφάνειας και στρεβλών διασταυρώσεων ανάμεσα σε πολιτική εποπτεία, υπηρεσιακή λειτουργία και δικαιούχους.
Σε όλα αυτά, η σοβαρή πολιτική απάντηση δεν είναι ούτε η γενίκευση ούτε η αποποίηση. Είναι η πλήρης διαλεύκανση, η καθαρή απόδοση ευθυνών και η θεσμική διόρθωση εκεί όπου το σύστημα, ως σύστημα, εμφανίζει ρωγμές.
Το ίδιο ισχύει στην εργασία και στην οικονομία. Μετά από χρόνια ακινησίας, η πολιτεία έχει θεσπίσει Σχέδιο Δράσης για την Προώθηση των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων 2026-2030, ενώ από 1ης Απριλίου 2026 ο κατώτατος μισθός αυξάνεται στα 920 ευρώ.
Την ίδια ώρα, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει για το τέλος του 2025 ανεργία 8,2%, αύξηση της απασχόλησης κατά 4,0% σε ετήσια βάση και πληθωρισμό 2,9% τον Δεκέμβριο. Αυτά δεν σημαίνουν ότι η κοινωνία δεν πιέζεται. Σημαίνουν όμως ότι η εικόνα της καθολικής αποτυχίας δεν συμβιβάζεται με τα ίδια τα επίσημα δεδομένα.
Στην ακρίβεια και τη φτώχεια, πάλι, η απάντηση δεν πρέπει να είναι αμυντική αλλά έντιμη. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση 14,9% το 2025, αυξημένη σε σχέση με το 2024. Αυτή η πίεση είναι υπαρκτή και δεν προσφέρεται για ωραιοποίηση. Όμως δεν τεκμηριώνει από μόνη της το αφήγημα μιας χώρας που καταρρέει συνολικά. Τεκμηριώνει μια άλλη πολιτική ανάγκη: να συνδεθεί πιο βαθιά η μακροοικονομική βελτίωση με πραγματική ανακούφιση της κοινωνίας και καλύτερη διάχυση των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης.
Ανάλογη υπερβολή υπάρχει και στο Ταμείο Ανάκαμψης. Η σοβαρή κριτική δεν είναι αν η Ελλάδα «έχασε» συλλήβδην τους πόρους, αλλά αν τους μετατρέπει αρκετά γρήγορα σε παραγωγικό μετασχηματισμό. Στις 26 Μαρτίου 2026, όμως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε θετική αξιολόγηση στο έβδομο ελληνικό αίτημα πληρωμής, επισημαίνοντας ότι οι συνολικές εκταμιεύσεις προς την Ελλάδα θα υπερβούν τα 24,62 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, έργα που για χρόνια έμεναν εγκλωβισμένα στις εξαγγελίες, όπως ο ΒΟΑΚ, έχουν πλέον περάσει σε ουσιαστική φάση υλοποίησης και χρηματοδοτικής έγκρισης. Η συζήτηση, λοιπόν, πρέπει να γίνει για την ποιότητα και την ταχύτητα των αποτελεσμάτων, όχι για μια βολική εικόνα ακινησίας.
Το ίδιο ερώτημα συνέπειας γεννά και η αναφορά του στην εθνική ασφάλεια. Η Ελλάδα ήδη δαπανά πάνω από 3% του ΑΕΠ για την άμυνα και η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε μακρόπνοη ενίσχυση των αποτρεπτικών δυνατοτήτων της χώρας. Μπορεί κανείς να συζητήσει τις προτεραιότητες ή τις ισορροπίες. Δεν μπορεί όμως να μιλά σαν να απουσιάζει στρατηγική, την ώρα που η ίδια η χώρα υπερβαίνει σταθερά το όριο του 2% του ΝΑΤΟ και δηλώνει ρητά στόχο ακόμη υψηλότερων δαπανών τα επόμενα χρόνια.
Υπάρχει, όμως, και μια πολιτική αντίφαση στον πυρήνα της ομιλίας. Όταν ο κ. Βενιζέλος ζητά από το ΠΑΣΟΚ να ανακαλύψει τώρα την αναστήλωση των θεσμών, την κρατική αποτελεσματικότητα, την κοινωνική συνοχή και την εθνική στρατηγική, παραδέχεται εμμέσως ότι αυτά δεν έχουν ακόμη εμπεδωθεί ως αυτονόητο πλεονέκτημα του ίδιου του χώρου του. Και όταν ταυτόχρονα μιλά για συναίνεση, αλλά περιγράφει τον βασικό πολιτικό αντίπαλο περίπου ως φορέα «υποκλοπής των θεσμών», η ρητορική της συνεννόησης αδυνατίζει. Αυτή δεν είναι γλώσσα σύγκλισης. Είναι γλώσσα απονομιμοποίησης.
Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 86. Ο κ. Βενιζέλος έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί κριτική. Δεν μπορεί, όμως, να παρακάμπτεται ότι ο ίδιος υπήρξε κεντρικός εισηγητής της αναθεώρησης του 2001 για ένα από τα πιο αμφισβητημένα πεδία της μεταπολιτευτικής συνταγματικής ιστορίας. Όταν, λοιπόν, εμφανίζεται ως αδέκαστος τιμητής της θεσμικής ποιότητας, είναι εύλογο να τίθεται και προς τον ίδιο το ζήτημα της συνέπειας.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι ο κ. Βενιζέλος άσκησε αυστηρή κριτική. Το πρόβλημα είναι ότι επέλεξε να βαφτίσει τη σύνθετη πραγματικότητα συνολική παρακμή και να εμφανίσει ως θεσμική διάγνωση αυτό που στην πραγματικότητα είναι μια υψηλής έντασης συνεδριακή υπερβολή.
Η Ελλάδα χρειάζεται καλύτερους θεσμούς, ισχυρότερη κοινωνική συνοχή, πιο αποτελεσματικό κράτος και μεγαλύτερη διαφάνεια. Αυτά, όμως, δεν υπηρετούνται με συνεδριακές υπερβολές, ούτε με άρνηση των λαθών που έγιναν και από τη σημερινή πλειοψηφία. Υπηρετούνται με μεταρρυθμίσεις που μετρώνται, με έργα που ξεμπλοκάρουν, με άμυνα που ενισχύεται, με συλλογικές συμβάσεις που επανέρχονται και με πολιτικό λόγο που ξέρει να ξεχωρίζει το πραγματικό πρόβλημα από τη βολική δραματοποίησή του. Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο πρέπει να κρίνονται όλοι. Και πρωτίστως όσοι μιλούν στο όνομα της θεσμικής σοβαρότητας.
*Ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι εμπειρογνώμων για πολιτικές υγείας, ESG συμμόρφωση και προστασία δεδομένων, ιδρυτής της OLYSIS και συνιδρυτής του Urban Policy Lab, cDPO σε 30+ οργανισμούς. Οι απόψεις εκφράζονται με προσωπική ιδιότητα. #OwnYourCity #IOwnMyHealthData
