«Καταργούμεν και το δίκαιον και το άδικον ρουσφέτι»

«Καταργούμεν και το δίκαιον και το άδικον ρουσφέτι»

Πρόταση να καταργηθούν λόγω οικονομικής κρίσης τα πάντα, ακόμη και… τα ρουσφέτια, έκανε ο μεγάλος σατιρικός Γιώργος Σουρής, κάπου στα 1880.

Σε ποίημά του που δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα της εποχής με τον τίτλο «Κατάργησις», προτείνει: «Καταργούμεν δε προσέτι και το δίκαιον ακόμη και το άδικον ρουσφέτι».

Εντυπωσιάζει ο στίχος περί «δίκαιου ρουσφετιού». Προφανώς γιατί το ρουσφέτι είχε γίνει στοιχείο της καθημερινότητας στη δημόσια ζωή, λόγω των δυσκολιών που έφερνε η γραφειοκρατία αλλά και η πολτικάντικη αντίληψη, να δημιουργούνται σκοπίμως δυσχέρειες στην εξυπηρέτηση των πολιτών, ώστε αυτοί να προστρέχουν στη βοήθεια του βουλευτή, με αντάλλαγμα την ψήφο του.

Και σε άλλο ποίημά του το 1882 προτρέπει: «Φάτε και πιείτε, βρε παιδιά, πριν λείψουν τα ρουσφέτια».

Λάθεψε ο μεγάλος σατιρικός, τα ρουσφέτια δεν έλειψαν. Συνέχισαν ακάθεκτα να καθορίζουν τη σχέση πολιτικού - πολίτη, έχοντας ενσωματωθεί στο dna της δημόσιας ζωής. 140 τόσα χρόνια μετά μια κυβέρνηση αντιμετωπίζει συναφές πρόβλημα, γιατί κάποια αμέριμνα κυβερνητικά και κοινοβουλευτικά στελέχη, ακολούθησαν την παλαιοκομματική πεπατημένη αγρεύοντας ψήφους.

Δεν είχαν κατανοήσει ότι άλλαξαν οι εποχές. Δεν βρισκόμαστε στις δεκαετίες του 80 και του 90, όπου ανεξέλεγκτη ροή ευρωπαϊκών χρημάτων καλλιεργούσε το σύνδρομο των «τεμπέληδων της εύφορης κοιλάδας.

Η Ευρώπη έκτοτε ισχυροποίησε τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ιδιαίτερα από το 2020 και μετά, σε θέματα όπως η διαφθορά, ο προϋπολογισμός, το κράτος δικαίου, και θεσμοθέτησε την αντίστοιχη επιβολή κυρώσεων. Το 2021 λειτούργησε και ο θεσμός της Ευρωπαίας εισαγγελέως.

Στην αρμοδιότητά της είναι η διερεύνηση και δίωξη εγκλημάτων που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ όπως απάτες με ευρωπαϊκά κονδύλια, διαφθορά, διασυνοριακές απάτες κ.λπ. Και στελεχώθηκε από μια εισαγγελέα, την Ρουμάνα Λάουρα Κοβέσι, που παίρνει σοβαρά το ρόλο της και θέλει να αφήσει παρακαταθήκη, καθώς είναι η πρώτη αξιωματούχος στη νεοσύστατη υπηρεσία.

Χθες έφτασε στη Βουλή και τρίτη κατά σειράν δικογραφία για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, μετά από αυτές για τους δύο πρώην υπουργούς τους 11 εν ενεργεία βουλευτές. Αυτή αφορά επίσης δύο εν ενεργεία βουλευτές, για τους οποίους προέκυψαν ενδείξεις για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος, με φερόμενους φυσικούς αυτουργούς στελέχη του Οργανισμού.

Σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο και τη δημόσια τηλεόραση (εξ ορισμού έγκυρα σε θέματα που αφορούν την κυβέρνηση) οι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς έχουν υπό διερεύνηση πέντε πρώην βουλευτές. Ο συνολικός αριθμός των πολίτικών προσώπων που ελέγχονται για τον ΟΠΕΚΕΠΕ φτάνει τα 20.

Φυσικά το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ στην εσωτερική του διάσταση έχει διαφορετικής ποιότητας και εντάσεως αδικήματα.

Ξεκινάει από την απλή παρέμβαση για να επισπευσθεί με νόμιμο τρόπο μια νόμιμη αλλά καθυστερημένη εκταμίευση χρημάτων, περνάει από την εν γνώσει παράνομη απόδοση χρημάτων που δεν τα δικαιούτο ο αποδέκτης καθώς τα διεκδίκησε με ψευδή στοιχεία, και φτάνει ως το βαρύτερο ηθικά αδίκημα, της προσωπικής ενθυλάκωσης χρημάτων με ψευδή στοιχεία.

Κατά πληροφορίες υπάρχει και μία τέτοια περίπτωση, ενώ οι υπόλοιπες όπου δεν υπήρχε προσωπική υλική εντάσσονται στην συνήθη παλαιοκομματική και πολιτικάντικη συμπεριφορά στελεχών με νοοτροπία περασμένης εποχής, κατά την οποία η εξουσία εξισώνεται με την ιδιοποίηση του κράτους.

Το ότι τα ίδια γίνονταν και προ της δημιουργίας της ευρωπαϊκής εισαγγελίας με αρμοδιότητες και έρευνας και δίωξης, αποτελεί ισχνό επιχείρημα. Το σκάνδαλο εντοπίστηκε επί της παρούσας κυβέρνησης και αυτή θα το υποστεί.

Και βεβαίως αυτό αποκτά αύξουσα ένταση καθώς λειτουργεί συμπληρωματικά στο θέμα των υποκλοπών, και - λόγω επικαιρότητας - στην υπόθεση των Τεμπών (αν και η Ζωή Κωνσταντοπούλου με την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά της προσπαθεί εναργώς να αποφορτίσει την συγκίνηση του κόσμου).

Πέραν του πολέμου, η υπόθεση αποτρέπει πλέον την σκέψη για πρόωρες εκλογές αφού θα εκληφθεί ως προσπάθεια διαφυγής με σκοπό την συγκάλυψη. Και ο ανασχηματισμός που εκ των πραγμάτων θα έρθει απαιτεί πρόσωπα εγνωσμένης αποτελεσματικότητας, γιατί στο τέλος αυτό που θα μετρήσει και θα κριθεί είναι το κυβερνητικό έργο.