Η σύγκρουση των πολιτισμών διαφαίνεται μέσα από την διαμάχη για καθολικούς κανόνες και ανοιχτές θάλασσες που είναι προσβάσιμες σε όλους. Μια ευρύτερη αντιπαράθεση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την οργάνωση του κόσμου: από τη μία πλευρά η φιλελεύθερη θαλάσσια τάξη που βασίζεται στο διεθνές εμπόριο, στο διεθνές δίκαιο και στους πολυμερείς θεσμούς, και από την άλλη η λογική των περιφερειακών σφαιρών επιρροής, της στρατηγικής ισχύος και της γεωπολιτικής επιβολής. Μια από τις εστίες αυτής της διαμάχης με το Ιράν πλησιάζει σε προσωρινή διευθέτηση και ίσως και αυτή της Ρωσίας. Η επόμενη εστία ίσως είναι η Κούβα η οποία υποστηρίζεται από την Κίνα και θα ακολουθήσει η Τουρκία.
Ο έλεγχος των δικτύων διακίνησης: Η οικονομική ευημερία και η γεωπολιτική ισχύς των κρατών δεν εξαρτώνται μόνο από την παραγωγή αγαθών αλλά και από την ικανότητά τους να ελέγχουν τη διακίνησή τους. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, οι δυνάμεις που κυριάρχησαν στις εμπορικές οδούς απέκτησαν στρατηγικά πλεονεκτήματα, καθώς μπορούσαν να προστατεύουν τις ροές εμπορίου, να επιβάλλουν δασμούς και τέλη διέλευσης, να περιορίζουν την πρόσβαση ανταγωνιστών σε κρίσιμα αγαθά και να μετατρέπουν τον έλεγχο των μεταφορών σε οικονομική και πολιτική επιρροή. Έτσι, ο έλεγχος των δικτύων διακίνησης υπήρξε διαχρονικά εξίσου σημαντικός με την ίδια την παραγωγή προϊόντων.
Τεχνολογικές αλλαγές: Πριν από την τεχνολογική επανάσταση στις μεταφορές, το διεθνές εμπόριο βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις χερσαίες διαδρομές και στους εμπορικούς δρόμους που διέρχονταν από ηπειρωτικές αυτοκρατορίες και κράτη. Ο έλεγχος αυτών των διαδρομών εξασφάλιζε σημαντικά οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη, καθώς τα κράτη μπορούσαν να επιβάλλουν δασμούς, τέλη διέλευσης και να ελέγχουν τη ροή των εμπορευμάτων. Ωστόσο, η τεχνολογική πρόοδος δημιούργησε νέες και αποδοτικότερες εναλλακτικές οδούς μεταφοράς, περιορίζοντας σταδιακά τη σημασία των παραδοσιακών χερσαίων εμπορικών διαδρόμων. Η ανάπτυξη της ναυτιλίας, η κατασκευή διωρύγων, η εμφάνιση των εμπορευματοκιβωτίων (containers) και η κατασκευή πλοίων τεράστιας χωρητικότητας μετέφεραν το κέντρο βάρους του παγκόσμιου εμπορίου από την ξηρά στη θάλασσα.
Η κατασκευή της Διώρυγας του Σουέζ μετέβαλε ριζικά τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, μειώνοντας δραστικά το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών σε σχέση με τις παραδοσιακές χερσαίες διαδρομές του Δρόμου του Μεταξιού. Η εξέλιξη αυτή περιόρισε τη στρατηγική σημασία των ηπειρωτικών εμπορικών δικτύων και ενίσχυσε τη γεωοικονομική ισχύ των θαλάσσιων δυνάμεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κλείσιμο της Διώρυγας του Σουέζ το 1967. Αν και αρχικά θεωρήθηκε σοβαρό πλήγμα για το παγκόσμιο εμπόριο, η αγορά προσαρμόστηκε με την ανάπτυξη υπερμεγεθών δεξαμενόπλοιων (supertankers), τα οποία μετέφεραν πετρέλαιο ακολουθώντας τη μακρύτερη διαδρομή γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στην Αφρική. Παρά τη σημαντικά μεγαλύτερη απόσταση, το κόστος μεταφοράς ανά μονάδα φορτίου ήταν χαμηλότερο σε σχέση με τα μικρότερα πλοία που χρησιμοποιούσαν τη Διώρυγα του Σουέζ. Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε ότι στη σύγχρονη ναυτιλία το μέγεθος και η αποδοτικότητα των μεταφορικών μέσων συχνά έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την απόσταση μεταφοράς.
Θαλάσσιες και ηπειρωτικές δυνάμεις: Οι θαλάσσιες δυνάμεις αξιοποίησαν αυτή τη μετάβαση, αναπτύσσοντας ισχυρούς εμπορικούς στόλους και ναυτικές δυνάμεις που διασφάλιζαν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και την προστασία των θαλάσσιων εμπορικών οδών. Έτσι, η οικονομική ισχύς συνδέθηκε ολοένα και περισσότερο με τον έλεγχο των θαλάσσιων δικτύων μεταφοράς και λιγότερο με τον έλεγχο των χερσαίων διαδρομών.
Οι ηπειρωτικές δυνάμεις, σε αντίθεση με τις θαλάσσιες, δεν μπορούν να βασιστούν στη θάλασσα ως κύριο μέσο άμυνας. Ως αποτέλεσμα, οι συγκρούσεις που αντιμετωπίζουν εκδηλώνονται συνήθως πάνω στο ίδιο τους το έδαφος ή στις άμεσα γειτονικές περιοχές. Η γεωγραφική τους θέση τις αναγκάζει να εστιάζουν ιδιαίτερα στην προστασία των χερσαίων συνόρων τους, καθώς είναι εκτεθειμένες σε εισβολές από γειτονικά κράτη. Παράλληλα, διαθέτουν περιορισμένες εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς αγαθών σε σύγκριση με τις θαλάσσιες δυνάμεις, γεγονός που αυξάνει τη στρατηγική σημασία των χερσαίων δικτύων μεταφορών και των γειτονικών περιοχών.
Για τον λόγο αυτό, οι ηπειρωτικές δυνάμεις τείνουν να αντιλαμβάνονται τις γειτονικές χώρες ως ζωτικούς χώρους ασφαλείας ή ως περιοχές που μπορούν να ενσωματωθούν στη σφαίρα επιρροής τους. Συχνά επιδιώκουν υψηλό βαθμό οικονομικής αυτάρκειας και τη δημιουργία αποκλειστικών ζωνών επιρροής, οι οποίες λειτουργούν ως προστατευτικά «μαξιλάρια ασφαλείας» απέναντι σε εξωτερικές απειλές.
Αντίθετα, οι θαλάσσιες δυνάμεις διαθέτουν ένα σημαντικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα: εκτός από τις χερσαίες οδούς, έχουν πρόσβαση σε πολλαπλές εναλλακτικές θαλάσσιες διαδρομές που συνδέουν διαφορετικές περιοχές του πλανήτη. Η θάλασσα λειτουργεί ταυτόχρονα ως μέσο επικοινωνίας, εμπορίου και άμυνας. Οι ναυτικές τους δυνάμεις μπορούν να αναχαιτίσουν μια απειλή πριν αυτή φτάσει στο εθνικό έδαφος, μειώνοντας σημαντικά τον κίνδυνο πολέμου στο εσωτερικό της χώρας.
Επιπλέον, οι θαλάσσιες δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα να αποκτούν πρόσβαση σε αγορές και πόρους σε παγκόσμια κλίμακα, υπό την προϋπόθεση ότι οι θαλάσσιες οδοί παραμένουν ανοιχτές και ασφαλείς. Ως εκ τούτου, τείνουν να αντιλαμβάνονται τις άλλες χώρες όχι πρωτίστως ως εδάφη προς κατάκτηση, αλλά ως πιθανούς εμπορικούς εταίρους για συνεργασία με αμοιβαίο όφελος. Η οικονομική τους ισχύς βασίζεται περισσότερο στην ανταλλαγή αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών παρά στην εδαφική επέκταση.
Διαφορετικές στρατηγικές - διαφορετικοί πολιτισμοί: Για τον λόγο αυτό, οι θαλάσσιες δυνάμεις υποστηρίζουν συνήθως την ύπαρξη κοινόχρηστων διεθνών χώρων και κανόνων που διασφαλίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, αγαθών και πληροφοριών. Υποστηρίζουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και την ανοιχτή χρήση των παγκόσμιων κοινών αγαθών, όπως οι θάλασσες, ο εναέριος χώρος, το διάστημα και ο κυβερνοχώρος. Αυτή η θεμελιώδης διαφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την ασφάλεια και την οικονομική ανάπτυξη εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις διαφορετικές στρατηγικές και γεωπολιτικές συμπεριφορές των ηπειρωτικών και των θαλάσσιων δυνάμεων ως δυο διαφορετικοί πολιτισμοί. Παρότι ελάχιστες χώρες είναι αμιγώς θαλάσσιες ή αμιγώς ηπειρωτικές, οι συμμαχίες μπορούν να προσδώσουν συλλογική θαλάσσια ισχύ ακόμη και σε κράτη που από μόνα τους δεν διαθέτουν τέτοια χαρακτηριστικά.
Στις θαλάσσιες δυνάμεις το κέντρο του κόσμου είναι η θάλασσα, στις ηπειρωτικές το κέντρο είναι η ξηρά. Πρόκειται για δύο θεμελιωδώς διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με την ισχύ, την ασφάλεια και την οικονομική ανάπτυξη. Από αυτή τη γεωγραφική πραγματικότητα προκύπτουν δύο διαφορετικά γεωπολιτικά και πολιτισμικά πρότυπα. Το πρώτο βασίζεται στον έλεγχο της ξηράς και των γειτονικών περιοχών, ενώ το δεύτερο στην ελευθερία των θαλάσσιων επικοινωνιών και του εμπορίου.
Στρατηγικές ευημερίας: Οι ηπειρωτικές δυνάμεις ιστορικά επιδίωκαν την ευημερία μέσω της επέκτασης των συνόρων τους και του ελέγχου εδαφών άλλων χωρών. Η ισχύς τους στηριζόταν στη δημιουργία μεγάλων σφαιρών επιρροής, μέσα στις οποίες κυριαρχούσαν πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά. Η ασφάλειά τους βασιζόταν στον έλεγχο γειτονικών περιοχών που λειτουργούσαν ως ζώνες προστασίας απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Για τον λόγο αυτό, οι ηπειρωτικές δυνάμεις συχνά επιδιώκουν την αυτάρκεια, την περιφερειακή κυριαρχία και τον περιορισμό της επιρροής ανταγωνιστικών δυνάμεων στις γειτονικές τους περιοχές.
Αντίθετα, οι θαλάσσιες δυνάμεις οικοδόμησαν την ευημερία τους πάνω στο εμπόριο, στις θαλάσσιες μεταφορές και στην ελεύθερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Οι θάλασσες αποτέλεσαν το πρώτο πραγματικά παγκόσμιο δίκτυο που συνέδεσε ανθρώπους, αγαθά και οικονομίες σε παγκόσμια κλίμακα. Για τον λόγο αυτό, οι θαλάσσιες δυνάμεις ανέπτυξαν θεσμούς και κανόνες που προστατεύουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και τη διεθνή εμπορική συνεργασία.
Η λογική τους είναι απλή: το εμπόριο δημιουργεί πλούτο, ο πλούτος χρηματοδοτεί την ασφάλεια και η ασφάλεια επιτρέπει την περαιτέρω ανάπτυξη του εμπορίου. Αντί να καταστρέφουν τις παραγωγικές υποδομές των άλλων κρατών καταστρέφοντας ο ένας τα εργοστάσια του άλλου, επιδιώκουν να δημιουργούν αμοιβαία οικονομικά οφέλη μέσω της ανταλλαγής αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων.
Έτσι, οι χώρες που συμμετείχαν ενεργά στη θαλάσσια και εμπορική διεθνή τάξη κατάφεραν να δημιουργήσουν πολύ μεγαλύτερο πλούτο από εκείνες που βασίζονταν κυρίως στην εδαφική επέκταση και τον στρατιωτικό εξαναγκασμό. Η οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων δύο αιώνων στηρίχθηκε κυρίως σε τέσσερις αρχές: στο ελεύθερο εμπόριο, στη συσσώρευση κεφαλαίου και πλούτου, στο σεβασμό κοινών κανόνων και στην προστασία των παραγωγικών υποδομών.
Σύγκρουση στρατηγικών- πολιτισμών: Αυτή η αντίληψη αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του δυτικού κόσμου, χωρίς όμως να είναι καθολικά αποδεκτή. Πολλές ηπειρωτικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τη διεθνή θαλάσσια τάξη, καθώς θεωρούν ότι η κυριαρχία των θαλάσσιων εμπορικών δικτύων περιόρισε τη δική τους ισχύ και τα οικονομικά πλεονεκτήματα που απολάμβαναν στο παρελθόν μέσω του ελέγχου χερσαίων διαδρομών και περιφερειακών αυτοκρατοριών.
Για τον λόγο αυτό, συχνά επιδιώκουν έναν περισσότερο κατακερματισμένο κόσμο, όπου οι μεγάλες δυνάμεις θα ελέγχουν αποκλειστικές σφαίρες επιρροής και θα μπορούν να επιβάλλουν τη βούλησή τους στους γείτονές τους μέσω πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής ισχύος ή και της θρησκείας. Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκουν συχνά τον περιορισμό των διεθνών θεσμών, την αποδυνάμωση του διεθνούς δικαίου, την αμφισβήτηση του δικαίου της θάλασσας και την επιστροφή σε ένα πολυπολικό σύστημα ανταγωνιστικών περιφερειακών δυνάμεων. Οι ενέργειες της Ρωσίας, του Ιράν, της Τουρκίας, της Κίνας κινούνται σε αυτήν την κατεύθυνση με κοινά χαρακτηριστικά ότι υπήρξαν πρώην ηπειρωτικές αυτοκρατορίες, και διοικούνται από αυταρχικά καθεστώτα.
Θεσμοί συνεννόησης: Η θαλάσσια τάξη πραγμάτων, αντίθετα, στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες: α) Ελευθερία της ναυσιπλοΐας, β) Ελεύθερο εμπόριο, γ) Διεθνές δίκαιο και δ) Διεθνείς θεσμούς που μειώνουν το κόστος των συναλλαγών και διευκολύνουν τη συνεργασία. Η ασφάλεια αυτού του συστήματος βασίζεται σε ένα πλέγμα συμμαχιών και διεθνών οργανισμών, όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το ΝΑΤΟ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η θεμελιώδης αρχή τους είναι ότι οι διεθνείς διαφορές πρέπει να επιλύονται μέσω της διπλωματίας, των διαπραγματεύσεων και του δικαίου και όχι μέσω στρατιωτικών συγκρούσεων, οι οποίες συνήθως καταστρέφουν περισσότερο πλούτο από αυτόν που δημιουργούν. Οι περισσότερες χώρες του κόσμου δεν είναι αμιγώς ηπειρωτικές ή αμιγώς θαλάσσιες. Ωστόσο, μέσω συμμαχιών και κοινών θεσμών μπορούν να συμμετέχουν σε μια ευρύτερη θαλάσσια διεθνή τάξη και να απολαμβάνουν τα οφέλη που αυτή προσφέρει.
Συμμαχίες ως η μεγάλη στρατηγική: Οι θαλάσσιες χώρες προσπαθούν να υπερασπιστούν ένα διεθνές σύστημα που βασίζεται στη συνεργασία, το εμπόριο και τη συσσώρευση κοινού πλούτου. Τα βασικά εργαλεία αυτού του συστήματος είναι οι συμμαχίες, η διπλωματία, οι οικονομικές κυρώσεις, τα εμπάργκο, η ανάσχεση, η αποτροπή, όταν απαιτείται, οι ναυτικοί αποκλεισμοί ως μια «μεγάλη» στρατηγική αντιμετώπισης των αναθεωρητικών χωρών. Ο τελικός στόχος είναι να αποτραπεί η επιστροφή στη λογική των εδαφικών κατακτήσεων και των συγκρούσεων μηδενικού αθροίσματος, που προσπαθούν να αναβιώσουν ορισμένες αναθεωρητικές χώρες όπως το Ιράν, η Ρωσία, η Τουρκία, η Κίνα, κλπ.
Τα πολεμικά μέτωπα των τελευταίων ετών έκαναν πλήρως φανερή αυτή την διαμάχη μεταξύ πολιτισμών που ακολουθούν διαφορετική λογική για την ανάπτυξη των χωρών τους. Ολοένα και περισσότερες χώρες θα συμμαχούν ώστε να εξασφαλιστούν οι εμπορικές μεταφορές και η ενεργειακή ασφάλεια, αποτρέποντας τους αναθεωρητικούς, αυταρχικούς δρώντες να επιστρέψουν τον κόσμο σε καταστροφικές πολεμικές λογικές του προηγούμενο αιώνα για την απόκτηση προσωρινού πλούτο και επιρροής. Όλες οι αυτοκρατορίες, σταδιακά έχασαν τα κατεκτημένα εδάφη και καμία αυτοκρατορία δεν έχει ποτέ ξανά-αναβιώσει. Και όπως λέει ο Καζαντζάκης: «στην αρχή το κακό πάντα θριαμβεύει, αλλά στο τέλος πάντα νικιέται»!
* Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων.
