Την τοποθέτησή τους, με νέους ρόλους στο νέο σκηνικό το οποίο διαμορφώνεται εν μέσω των διαδικασιών για την υπογραφή της προκαταρκτικής συμφωνίας ΗΠΑ–Ιράν, αναζητούν οι περιφερειακοί «παίκτες», αλλά και οι χώρες της περιοχής, καθώς δημιουργούνται πλέον νέα δεδομένα για τις συμμαχίες και τις περιφερειακές ισορροπίες.
Σε μια πρώτη αποτίμηση της συμφωνίας ΗΠΑ–Ιράν, φαίνεται ότι οι δύο χώρες δεν είχαν πια διάθεση, πιθανόν ούτε κίνητρο, για συνέχιση του πολέμου και έτσι η επίτευξη μιας συμφωνίας ήταν σχεδόν υποχρεωτική, αναγκάζοντας και τις δύο πλευρές σε ορισμένες υποχωρήσεις.
Όμως η επιθυμία του Ντ. Τραμπ να τελειώνει με έναν πόλεμο που ξεκίνησε αλλά δεν περίμενε ότι θα εξελιχθεί έτσι, κινδυνεύοντας να εμπλέξει τις ΗΠΑ σε μια μακρά παγωμένη σύγκρουση και πόλεμο φθοράς, και συγχρόνως η προσπάθειά του να εμφανίσει μια «μεγαλειώδη νίκη», οδήγησαν την Ουάσιγκτον σε σημαντικές παραχωρήσεις προς το Ιράν.
Η συμφωνία αυτή που είναι εκ των πραγμάτων εύθραυστη θα δοκιμαστεί τόσο από το ίδιο το Ισραήλ όσο και από το Ιράν το οποίο θα επιχειρήσει να ερεθίσει ακόμη περισσότερο τον Μ. Νετανιάχου και να προκαλέσει την δική του αντίδραση στο μέτωπο του Λιβάνου ώστε να υπονομεύσει περαιτέρω και να δημιουργήσει σοβαρό ρήγμα μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ.
Η Τεχεράνη απέδειξε ότι όχι μόνο σε περίοδο κυρώσεων και οικονομικού αποκλεισμού αλλά και σε περιόδους θερμής έντασης και ασφυκτικής πολεμικής πίεσης, έχει μεγάλη ανθεκτικότητα και αυτό της προσέφερε και το πλεονέκτημα στη διαπραγμάτευση της συμφωνίας.
Παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος Τραμπ χαρακτήρισε «ηλίθιους ή ζηλόφθονες» όλους όσους επικρίνουν τη συμφωνία, είναι προφανές ότι το Ιράν αποσπά σημαντικά κέρδη από μια πολεμική περιπέτεια η οποία ξεκίνησε με στόχο να το συντρίψει οικονομικά, κοινωνικά και στρατιωτικά.
Φυσικά, δεν υπήρχαν πλέον εναλλακτικές επιλογές. Αφού το βασικό σενάριο της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης, για σύντομη ανατροπή του καθεστώτος και συνθηκολόγησή του, κατέρρευσε παταγωδώς, η ιρανική ανθεκτικότητα ήταν σαφές ότι θα οδηγούσε σε μια τέτοια συμφωνία. Η εναλλακτική θα ήταν ένας ολοκληρωτικός πόλεμος με χερσαίες επιχειρήσεις σε μια αχανή χώρα 90 εκατομμυρίων κατοίκων, που προδιέγραφε μια οδυνηρή εμπλοκή των ΗΠΑ και μάλιστα υπό την ηγεσία ενός προέδρου που και ο ίδιος και η εκλογική βάση του είναι οι σημαιοφόροι του απομονωτισμού.
Το καθεστώς στο Ιράν ισχυροποιείται από τη συμφωνία, και διεθνώς και εσωτερικώς. Οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις είδαν να καταρρέει το όραμα της εξέγερσης με την αμερικανική βοήθεια, ώστε να αποδυναμωθεί το καθεστώς και να ανατραπεί.
Το Ιράν πλέον, με βάση τις προβλέψεις της συμφωνίας, νομιμοποιείται διεθνώς, καθίσταται επίσημος συνομιλητής των ΗΠΑ και ενισχύει ακόμη περισσότερο τον περιφερειακό ρόλο του.
Οι προβλέψεις για άρση των κυρώσεων, ξεπάγωμα των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων και μια τεράστια οικονομική συμβολή στην ανοικοδόμησή του, θα προσφέρουν πλέον τις δυνατότητες στο Ιράν να αναδειχθεί ως ακόμη πιο ισχυρός περιφερειακός παίκτης.
Έχοντας κατορθώσει να προστατεύσει τελικά τους «πληρεξουσίους» στον Λίβανο και στην Υεμένη και να βγάλει εκτός κάδρου το βαλλιστικό πρόγραμμά του, το Ιράν διατηρεί και τις στρατιωτικές δυνατότητές του, τις οποίες δοκίμασαν οι γειτονικές χώρες στη διάρκεια του πολέμου, αλλά και τους μοχλούς άσκησης επιρροής.
Σε ό,τι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα, οι Ιρανοί έχουν δείξει στη διάρκεια των τελευταίων 13 ετών μια ικανότητα να ξεφεύγουν από κυρώσεις και περιοριστικές συμφωνίες (όπως εκείνη του 2015) και θα είναι κρίσιμο το πώς θα καταλήξει, μετά τις 60 ημέρες, η διαπραγμάτευση, ώστε πέραν των «δεσμεύσεων» να υπάρξει ρητή και επί του πεδίου επιβολή απαγόρευσης κάθε δυνατότητας ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.
Και τέλος, το Ιράν κατόρθωσε μετά τον πόλεμο να διαπραγματεύεται πλέον την καταβολή τελών για υπηρεσίες στα διερχόμενα από τα Στενά του Ορμούζ πλοία, κάτι που ανατρέπει φυσικά το status quo και δημιουργεί αρνητικά δεδομένα για όλες τις κρίσιμες διόδους της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας.
Πιθανότατα στην Ουάσιγκτον και στον Λευκό Οίκο, που διαπνέεται από ένα επιχειρηματικό πνεύμα, να εκτιμάται ότι τα κίνητρα είναι πολύ ισχυρά για το Ιράν, ώστε τελικά να αποδεχθεί έναν νέο ρόλο, εγκαταλείποντας την παράδοση που δημιούργησε η Ιρανική Επανάσταση το 1979.
Σε αυτό το σκηνικό, το Ισραήλ, που ξεκίνησε τον πόλεμο αυτό με αισιοδοξία και πίστη ότι θα οδηγήσει σε ένα τελειωτικό χτύπημα στο Ιράν, το οποίο θα του στερήσει κάθε δυνατότητα απειλής για την ασφάλεια και την ύπαρξή του, καταλήγει με μια συμφωνία που δεν καλύπτει τους στόχους που είχαν τεθεί στην αρχή της πολεμικής επιχείρησης, με ένα ισχυρό Ιράν και με διαταραγμένες πλέον τις σχέσεις του με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Το Ισραήλ κινδυνεύει να βρεθεί τώρα στη θέση απομόνωσης στην οποία βρισκόταν το Ιράν πριν από λίγες εβδομάδες.
Ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν οι τελευταίες φάσεις του πολέμου προκαλεί ένα βαρύ πλήγμα στο «κύρος» του Ισραήλ ως αδιαμφισβήτητης περιφερειακής δύναμης στην περιοχή, που έχει το ελεύθερο για οποιαδήποτε πολεμική επιχείρηση θεωρεί ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντά του.
Πιθανότατα σύντομα θα βρεθεί και στη δύσκολη θέση να διαχειριστεί τις πιέσεις του Ντ. Τραμπ για την αποκατάσταση των σχέσεων με τους Άραβες του Κόλπου, προϋπόθεση για τις οποίες είναι, όσον αφορά και τη Σαουδική Αραβία, η επίλυση του Παλαιστινιακού.
Η επιμονή του Μπ. Νετανιάχου να κρατά διαρκώς έξω το «τσεκούρι του πολέμου» έχει προκαλέσει, πέραν της απομόνωσης του Ισραήλ από παραδοσιακούς φίλους, και μια αντισυσπείρωση που θα μπορούσε να αποτελέσει το προπλάσμα για μια ευρύτερη και πανίσχυρη ισλαμική συμμαχία.
Η υπογραφή κοινής δήλωσης για την καταδίκη των επιθέσεων του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη από τους υπουργούς Εξωτερικών της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, των ΗΑΕ, της Ινδονησίας, του Πακιστάν, της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί.
Το Ισραήλ πιθανότατα θα θελήσει να αναδείξει τις αδυναμίες της συμφωνίας και πιθανόν να την υπονομεύσει με παρεμβάσεις στον Λίβανο, αλλά έτσι κινδυνεύει να επισύρει εναντίον του την οργή όχι μόνο του Ντ. Τραμπ αλλά και άλλων χωρών.
Έτσι, το Ισραήλ θα πρέπει να αναπροσαρμόσει τη στρατηγική του, βλέποντας ότι ο στόχος πολλών ετών για μια μεγάλη πολεμική επιχείρηση εναντίον του Ιράν δεν μπόρεσε να επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Οι χώρες του Κόλπου, που υπέστησαν τις πιο βαριές οικονομικές αλλά κυρίως ψυχολογικές επιπτώσεις του πολέμου, πλέον διαπίστωσαν ότι η εγγύηση ασφαλείας από τις ΗΠΑ είναι αδύναμη.
Οφείλουν οι ίδιες να πάρουν μέτρα και να φροντίσουν την άμυνά τους και, με τα νέα δεδομένα, εφόσον η διαδικασία ειρήνευσης προχωρήσει κανονικά, θα υποχρεωθούν σε έναν κατευνασμό του Ιράν, ώστε να εξασφαλίσουν ότι δεν θα βρεθούν και πάλι στο στόχαστρο των βαλλιστικών πυραύλων του και των drones, ακόμη και αν χρειαστεί να καταβάλουν ένα μεγάλο μερίδιο από τα 300 δισ. που φαίνεται να υπόσχεται η συμφωνία για την ανοικοδόμησή του.
Οι Άραβες ίσως αναζητήσουν έτσι νέους, πιο στενούς δεσμούς συνεργασίας μεταξύ τους και δεν θα πρέπει εδώ να παραβλεφθεί και ο ρόλος της Τουρκίας, την οποία η κρίση στη Γάζα, η επιθετική πολιτική του Ισραήλ στη Συρία και στον Λίβανο, καθώς και ο πόλεμος με το Ιράν, φέρνουν πιο κοντά στον αραβικό κόσμο.
Η Άγκυρα και ο Τ .Ερντογάν κρατήθηκαν εκτός της σύγκρουσης πατώντας σε δυο βάρκες κάτι που έχει ενοχλήσει μέρος του κατεστημένου της Ουάσιγκτον αλλά δεν δείχνει να πτοεί τον ίδιο τον πρόεδρο Τραμπ. Έτσι η Τουρκία αναμένει να επωφεληθεί από τα σύννεφα στην σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ και να κερδίσει πόντους στην περιοχή διεκδικώντας ρόλο για την περιφερειακή ασφάλεια σε Συρία ,Λίβανο και Ιράκ.
Αναμένοντας μάλιστα στην Άγκυρα στις αρχές Ιουλίου τον Ν.Τραμπ για την Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ ο Τ.Ερντογάν ελπίζει ότι θα μπορέσει να αποσπάσει και κάτι πιο χειροπιαστό εκτός των «καλών λόγων και των φιλοφρονήσεων του Αμερικανού προέδρου. Με την αναγνώριση ενός αναβαθμισμένου ρόλου στην περιφερειακή ασφάλεια της περιοχής όπως διαμορφώνεται μετά τον πόλεμο στο Ιράν και με την προσπάθεια χαλιναγώγησης του Ισραήλ και από τις ίδιες τις ΗΠΑ.
