Το κυβερνητικό επιτελείο σκιαγραφεί σταδιακά το πλάνο της αντιπαράθεσης με τους πολιτικούς αντιπάλους του Κυριάκου Μητσοτάκη, βάζοντας απέναντι στον πρωθυπουργό «δύο συν ένα» πρόσωπα, με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά και εντελώς διαφορετικές στοχεύσεις. Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Ανδρουλάκης αποτελούν τους «φυσικούς» και «αυτονόητους» πολιτικούς αντιπάλους για τον πρωθυπουργό. Και οι δύο έχουν αντιπαρατεθεί μαζί του στο παρελθόν, ενώ και οι δύο δηλώνουν ότι διεκδικούν την πρωθυπουργία στις επικείμενες εθνικές εκλογές.
Στη «σκιά» έως τώρα παραμένει το πρόσωπο του Αντώνη Σαμαρά. Η ιδιότητά του ως πρώην προέδρου της ΝΔ και πρώην πρωθυπουργού με την παράταξη από την οποία για δεύτερη φορά απομακρύνεται, η πολιτική του διαδρομή και το παρελθόν, δημιουργούν σε αυτή την περίπτωση διαφορετικά χαρακτηριστικά στην σύγκρουση που θα προκαλέσει η δημιουργία ενός νέου κόμματος από τον ίδιο.
Κοινός παρονομαστής στη στρατηγική της αντιπαράθεσης και με τους τρεις, είναι η επιδίωξη της ΝΔ όχι μόνο να κερδίσει τις εκλογές, αλλά και να καταφέρει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. «Μοναδικός μας στόχος είναι η αυτοδυναμία, που μπορούμε να πετύχουμε με σκληρή δουλειά, υλοποίηση όλων των δεσμεύσεων μας και κοστολογημένο πρόγραμμα για την Ελλάδα του 2030» δηλώνουν κυβερνητικά στελέχη και επικαλούνται τη συνέχιση του κυβερνητικού έργου εν μέσω θέρους, την παράδοση έργων υποδομής - με επόμενο σταθμό στις 23 Ιουλίου του Ε65 και λίγες ημέρες μετά την επέκταση του Μετρό Θεσσαλονίκης προς την Καλαμαριά και των πρώτων 10 χιλιομέτρων του ΒΟΑΚ στην Κρήτη- με επόμενο ορόσημο τις ανακοινώσεις στη ΔΕΘ και το πρόγραμμα της επόμενης τετραετίας.
Το κυβερνητικό επιτελείο προτάσσει την «ψήφο ρεαλιστικής ελπίδας» απέναντι στη ρητορική της αντιπολίτευσης και βάζει πλέον στο «κάδρο» της δημόσιας συζήτησης το ποιος και πως μπορεί να βάλει προσκόμματα στην πορεία της, με βάση μια προσωπική ατζέντα.
Το Μέγαρο Μαξίμου προτάσσει την ετυμηγορία των πολιτών, όπως λέει, απέναντι σε κάθε σενάριο της επόμενης μέρας, επιμένοντας στη στρατηγική της μιας κάλπης και της αυτοδυναμίας και «ξορκίζοντας» κάθε σενάριο μετεκλογικών συνεργασιών. Και προς αυτή την κατεύθυνση επιχειρεί συσπείρωση δυνάμεων, «αποδομώντας» τα χαρακτηριστικά των πολιτικών της αντιπάλων. Με την οικονομία και τις πληθωριστικές πιέσεις να αποτελούν το μείζον πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, η κυβέρνηση βάζει απέναντί της την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη.
Και στους δύο καταλογίζει ότι «τάζουν τα πάντα χωρίς καμία κοστολόγηση και κυρίως χωρίς πολιτική υπευθυνότητα», επιχειρώντας να αναδείξει χαρακτηριστικά αναξιοπιστίας στις προτάσεις του. Κυβερνητικά στελέχη επικρίνουν τον Νίκο Ανδρουλάκη και το ΠΑΣΟΚ ότι παριστάνουν τον ΣΥΡΙΖΑ, καλώντας τον «να ζητήσει από το Γενικό Λογιστήριο να ενημερωθεί για το κόστος της 13ης σύνταξης, που είναι 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ και όχι 450 εκατοντάδες εκατομμύρια, που ο ίδιος υποστήριξε ατεκμηρίωτα», όπως λένε χαρακτηριστικά. Και σε αυτό το στοιχείο, των ανεφάρμοστων και κυρίως, ακοστολόγητων πολιτικών προτάσεων της Χαριλάου Τρικούπη, θα επιμείνουν, θεωρώντας ότι η επίκληση της δημοσιονομικής ισορροπίας από την κυβέρνηση διασφαλίζει την πορεία της χώρας, σε αντίθεση με τον προγραμματικό λόγο του ΠΑΣΟΚ.
Για τον Αλέξη Τσίπρα, το κυβερνητικό επιτελείο επιμένει στην αποδόμηση του rebranding, που επιχείρησε ο πρώην πρωθυπουργός, όπως λένε. «Ο κ. Τσίπρας έρχεται περίπου ίδιος με το παρελθόν, με το ίδιο στυλ και με τα ίδια ποσοστά. Κάνει μια προσπάθεια να δείξει ότι είναι διαφορετικός, αλλά επανέρχεται με την ίδια ρητορική της επιθετικότητας, του μηδενισμού, την ίδια παροχολογία και εν πολλοίς και με τα ίδια στελέχη» σχολιάζουν στο Μέγαρο Μαξίμου και «βλέπουν» ότι όσο παρουσιάζει τις θέσεις και τα στελέχη του, τόσο θα επανέρχονται στην επιφάνεια οι διαφορετικές προσεγγίσεις και οι διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος. Σημειώνοντας ότι από τα 400 μέλη του Εθνικού του Συμβουλίου της ΕΛΑΣ, περισσότεροι από τους μισούς ήταν στελέχη ή πολιτευτές του ΣΥΡΙΖΑ και του καταλογίζουν ότι «προσπαθεί να κάνει έναν ΣΥΡΙΖΑ 2».
Η «γραμμή» της κυβέρνησης απέναντι σε ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ συνοψίζεται στη φράση «εμείς θα υποσχεθούμε λιγότερα. Αλλά τα λιγότερα που θα υποσχεθούμε, θα γίνουν όλα».
Ο άγνωστος παράγοντας της πολιτικής εξίσωσης είναι αναμφίβολα, ο Αντώνης Σαμαράς. Η δημιουργία ενός νέου κόμματος από τον πρώην πρωθυπουργό προδικάζεται από όλους, χωρίς ουδείς να γνωρίζει πότε θα κάνει την επόμενη κίνησή του. Επισήμως, από την κυβέρνηση, διατηρούν το «αν» μπροστά από την απάντησή τους, όταν ρωτηθούν σχετικά. Η απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου, «δεν μπορώ να διανοηθώ ότι ο κ. Σαμαράς θα κάνει κόμμα και θα ζημιώσει την παράταξη που του έδωσε δεύτερη ευκαιρία» δίνει ίσως το στίγμα της στάσης που θα τηρήσει αν τελικά οι εκτιμήσεις περί ίδρυσης νέου κόμματος, επιβεβαιωθούν.
Ωστόσο, η αποστροφή Γεωργιάδη ότι η ΝΔ θα μπορούσε να αναζητήσει κυβερνητικό σύμμαχο σε ένα κόμμα Σαμαρά υπό την προϋπόθεση ότι στη θέση του πρωθυπουργού θα παρέμενε ο κ. Μητσοτάκης, προκάλεσε και την πρώτη επίσημη τοποθέτηση από πλευράς κυβέρνησης στο θέμα, «κλείνοντας» οποιοδήποτε σχετικό σενάριο. Μιλώντας για «μη διαπραγματεύσιμα ζητήματα, όπως είναι ο σεβασμός στην ετυμηγορία των πολιτών» το Μέγαρο Μαξίμου διαμηνύει ότι “τους Πρωθυπουργούς τους εκλέγουν οι πολίτες και όχι κάποιοι σε κλειστές πόρτες”, ξεκαθαρίζοντας ότι «δεν βάζουμε σε διαπραγμάτευση τα αυτονόητα, που είναι ο σεβασμός στην ετυμηγορία των πολιτών, το ποιο θα είναι το κυβερνών κόμμα, για τον τρόπο που θα κυβερνηθεί η χώρα, αλλά και για το πρόσωπο, το οποίο θα το επιλέξουν οι πολίτες και κανένας άλλος».
Η εικόνα των δημοσκοπήσεων, που καταγράφουν τόσο το προβάδισμα της ΝΔ, όσο και του Κυριάκου Μητσοτάκη στους δείκτες περί καταλληλότητας για την πρωθυπουργία και εμπιστοσύνης για τη διαχείριση κρίσιμων ζητημάτων, όπως η εξωτερική πολιτική, αναμένεται να λειτουργήσει για το κυβερνητικό επιτελείο ως ένα ακόμη επιχείρημα απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά.
