Χτυπήματα όπως στη Θεσσαλονίκη δημιουργούν πάντα τα ανάλογα αντανακλαστικά στην κοινωνία και αντιμετωπίζονται με ομόθυμη καταδίκη από πολίτες και πολιτικούς.
Τουλάχιστον στο προσκήνιο, διότι παρασκηνιακά ακούμε συχνά αυτά τα τοξικά και αντικοινωνικά σχόλια του τύπου «καλά να πάθουν».
Σαν να μη μάθαμε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια που δηλητηριαστήκαμε από την εγχώρια τρομοκρατία.
Πέρα από την καθολική καταδίκη όμως τι;
Έχουμε έναν τραγικό θάνατο, αρκετούς τραυματισμούς και μεγάλες υλικές ζημιές. Το βασικό ερώτημα βέβαια δεν είναι πόσο μεγάλος είναι ο κοινωνικός αντίκτυπος. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι είδους μορφή πολιτικής βίας εκπροσωπούν τέτοιες επιθέσεις.
Είναι ηλίου φαεινότερο, ότι η πολιτική βία εξελίσσεται. Όπως κάθε μορφή εγκληματικότητας, προσαρμόζεται στην εποχή της, στις κοινωνικές συνθήκες ακόμα και στα σύγχρονα οικονομικά δεδομένα.
Παλαιότερα είχαμε σύνθετους εκρηκτικούς μηχανισμούς.
Ένοπλες οργανώσεις με οργάνωση, δομή και βραχίονες.
45άρι.
Τώρα έχουμε γκαζάκια που μπορεί να τα προμηθευτεί οποιοσδήποτε σ’ ένα σούπερ μάρκετ.
Δηλαδή επιθέσεις χαμηλότερης έντασης αλλά υψηλού συμβολισμού.
Επιθέσεις υβριδικού τύπου σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ ακραίου εκφοβισμού και απόπειρας ανθρωποκτονίας.
Που όμως μπορεί να αποδειχθεί το ίδιο δολοφονική.
Τα γκαζάκια δεν είναι τα «αθώα» τρικάκια του Ρουβίκωνα.
Δεν είναι το βάψιμο των τοίχων στη γειτονιά όσων στοχοποιούνται.
Δεν είναι όμως ούτε οι βόμβες της δεκαετίας του ‘80 ούτε το 45αρι των δολοφόνων της 17Ν.
Η υβριδική φύση λοιπόν της σύγχρονης τρομοκρατίας γίνεται το μεγάλο επιχειρησιακό της πλεονέκτημα.
Σκοτώνει, διατηρώντας ταυτόχρονα την επίφαση ότι δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει θάνατο — αυτό που στη διεθνή ορολογία αποκαλείται plausible deniability.
Ξεκάθαρο λοιπόν το γιατί επιλέχθηκε αυτό το μέσο από τους νεο-τρομοκράτες.
Παρέχει μια σειρά από πλεονεκτήματα.
Ξεκινάμε από τον υψηλό συμβολισμό. Η δυνατή έκρηξη υποδηλώνει την δυνατή οργή, που εκδηλώνεται με θόρυβο.
Ακολουθεί το περιορισμένο κόστος, όπως προαναφέρθηκε, λίγα ευρώ στο σούπερ μάρκετ μπορεί να τα διαθέσει ο καθένας.
Το επιχειρησιακό ρίσκο είναι περιορισμένο. Η πιθανότητα αστοχίας υλικού είναι μικρή και με ένα μηχανάκι μπορούν να χτυπηθούν πολλοί στόχοι σε μικρό χρονικό διάστημα.
Η δημοσιότητα, που αποτελεί το οξυγόνο της τρομοκρατίας, είναι εκτεταμένη.
Όλα αυτά όμως αποτελούν μέσα. Το ζητούμενο παραμένει η επίδραση που επιδιώκεται στην κοινωνία και στο κράτος.
Η λεγομένη «σχετικοποίηση» της πράξης στην οποία αναφέρθηκα πριν, είναι επίσης κάτι πολύ επιθυμητό.
«Μπορεί να σκότωσα, αλλά δε το επιδίωξα»
«Αν ήθελα να σκοτώσω, θα χρησιμοποιούσα άλλα μέσα.»
Εξ ου και η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. «‘Όποιος χρησιμοποιεί γκαζάκι, αποδέχεται ότι μπορεί να υπάρξουν νεκροί».
Η συντεταγμένη Πολιτεία δείχνει ότι δεν πέφτει στην παγίδα της «σχετικοποίησης» της πράξης και ορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αντιμετωπιστεί και θα διωχθεί.
Ποιο είναι όμως το ζητούμενο τέτοιων ενεργειών;
Η επιβολή κλίματος φόβου και παράλυσης.
Η εμπέδωση κλίματος φόβου και παράλυσης με το υπονοούμενο ότι κανείς δεν είναι ασφαλής πουθενά.
Ούτε καν στο ίδιο του το σπίτι.
Η επιλογή άλλωστε της οικίας, δεν είναι τυχαία. Δεν χτύπησαν γραφεία και εγκαταστάσεις. Το σπίτι είναι το «κάστρο» μας. Ο κατεξοχήν χώρος ασφάλειας. Το μήνυμα είναι ότι δεν απειλείται μόνο η δημόσια ιδιότητα ενός θύματος, αλλά και η ιδιωτική και προσωπική του σφαίρα.
All bets are off. Καμία αναστολή, κανένας φραγμός, κανένα όριο, κανένας αυτοπεριορισμός.
Η επίθεση λοιπόν δεν είχε ως στόχο τα συγκεκριμένα θύματα.
Δεν είχε στόχο τα συγκεκριμένα πολιτικά στελέχη.
Την συγκεκριμένη γειτονιά, τους συγκεκριμένους γείτονες.
Ο πραγματικός στόχος ήταν ΟΛΑ τα πολιτικά στελέχη, όλοι οι κρατικοί λειτουργοί και όλη η κοινωνία.
Στους πολιτικούς το μήνυμα είναι «θα σας βρούμε παντού».
Στις γειτονιές το μήνυμα είναι «μη τους ανέχεστε διότι θα πάρει και εσάς η μπάλα».
Ξεκάθαρη προσπάθεια να δημιουργηθούν κοινωνικοί αυτοματισμοί που θα καταστήσουν τους πολιτικούς παρίες και την κοινωνία συνένοχο των τρομοκρατών από φόβο και ανάγκη προστασίας.
Η τρομοκρατία είναι ξεκάθαρα ένας ιδιότυπος τρόπος επικοινωνίας μέσω της βίας.
Όλα αυτά μας οδηγούν στην κρατική αντιμετώπιση.
Πάνω από όλα, οι τρομοκρατικές ενέργειες είναι η ύψιστη αμφισβήτηση της κρατικής εξουσίας
Η λογική είναι ότι χτυπάμε παντού, χτυπάμε οποιονδήποτε (και μάλιστα λιγότερο προβεβλημένα στελέχη που δεν διαθέτουν φύλαξη) και εσύ Κράτος δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
Δε μπορείς να προστατεύσεις τους πολίτες σου.
Άρα, δεν έχεις λόγο ύπαρξης.
Η κρατική αποτρεπτική ισχύς γίνεται κουρελόχαρτο, το μονοπώλιο της Κρατικής βίας καταργείται στην πράξη και σταδιακά αλλά σταθερά, επιτυγχάνεται το ζητούμενο.
Χάνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών.
Δε χρειάζεται λοιπόν να «νικήσουν» οι τρομοκράτες.
Δεν μπορούν, έτσι κ αλλιώς.
Το μόνο που χρειάζεται είναι να πείσουν ότι οι θεσμοί είναι ένα πουκάμισο αδειανό και πως οι πολίτες οφείλουν να αποστασιοποιηθούν από αυτούς.
Η σύλληψη λοιπόν των δραστών, δεν είναι το κρίσιμο ζήτημα.
Ασφαλώς οφείλει το κράτος να συλλάβει τους δράστες. Και θα το κάνει πέραν πάσης αμφιβολίας.
Το θέμα είναι ευρύτερο.
Ξεπερνά την περιπτωσιολογία και την εξιχνίαση μιας συγκεκριμένης εγκληματικής ενέργειας.
Αφορά την διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην κρατική εξουσία και στους θεσμούς.
Την επιβεβαίωση της αποτρεπτικής ισχύος της κρατικής μηχανής.
Την εδραίωση της πεποίθησης ότι η έννομη τάξη εξακολουθεί να είναι κυρίαρχη.
Ότι δεν εκχωρεί την εξουσία της στο περιθώριο.
Στην Αμερική η αστυνομία λέει «αυτοί οι δρόμοι είναι δικοί μας».
Το κράτος δεν αρκεί να το διακηρύσσει. Οφείλει να το αποδεικνύει.
* Ο Κωνσταντίνος Δούβλης είναι εγκληματολόγος, διδάκτωρ κοινωνιολογίας της αστυνόμευσης.
