Την 1η Φεβρουαρίου του 2022, στις 2:30 τα ξημερώματα, οι «Πυρήνες Άμεσης Δράσης» έβαλαν βόμβα στην εξώπορτα του σπιτιού μου. Τρία γκαζάκια (ένα από τα οποία δεν έσκασε) δεμένα πάνω σ’ ένα μεγάλο μπιτόνι με βενζίνη. Η πόρτα ασφαλείας άντεξε, γι αυτό η φωτιά δεν μπήκε μέσα στο σπίτι. Ανέβηκε όμως μέχρι τον πρώτο όροφο καίγοντας τα λουλούδια του μπαλκονιού, τόση δύναμη είχε.
Δίπλα στην εξώπορτα που κάηκε και έφυγε από τα τσιμεντένια υποστυλώματα της, υπήρχε η μπαλκονόπορτα ενός μικρού δυαριού, στο οποίο έμενε η 85χρονη πεθερά μου. Ευτυχώς έλειπε εκείνο το βράδυ, αλλιώς πολύ πιθανό να είχε την τραγική τύχη της Βάγιας Νέστορα. Αν τρομαγμένη από την έκρηξη άνοιγε την μπαλκονόπορτα να δει τι συνέβαινε, θα είχε λαμπαδιάσει. Η φωτιά έκαιγε επί πέντε ολόκληρα λεπτά και όσο κάτι γείτονες που πετάχτηκαν έξω της έριχναν νερό, τόσο η καιόμενη βενζίνη απλωνόταν παντού.
Ποτέ δεν έμαθα ποιος ήταν ο Κύριος που εμφανίστηκε πεζός από το πουθενά, ανέβηκε τα σκαλιά, τοποθέτησε το «δέμα» μπροστά στην πόρτα, έβαλε φωτιά σ’ ένα φυτίλι μ’ έναν αναπτήρα κι έφυγε τρέχοντας. Όλα αυτά φαίνονται καθαρά στο βίντεο. Όταν έβαλε την βόμβα δεν υπήρχε κανένας γύρω, αλλά το φυτίλι έκαιγε για 3 λεπτά μέχρι να γίνει η έκρηξη. Στο μεσοδιάστημα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να εμφανιστεί κάποιος άνθρωπος, είτε για να μπει στο σπίτι, είτε απλώς για να περάσει απ’ το πεζοδρόμιο. Άρα ο Κύριος δεν μπορούσε να είναι σίγουρος ότι δεν υπήρχε άνθρωπος στο σημείο, την στιγμή της έκρηξης. Απλώς έτυχε.
Προφανώς, ο Κύριος με την μάσκα και την κουκούλα που έβαλε την βόμβα κυκλοφορεί σήμερα ελεύθερος. Μπορεί 4,5 χρόνια αργότερα, να κατάλαβε το ανόητο, το ατελέσφορο αλλά και το επικίνδυνο τέτοιων πράξεων και να χει αποχωρήσει από την ενεργό δράση. Μπορεί όμως να βάζει ακόμα βόμβες ή πλέον ως βετεράνος, να στρατολογεί και να καθοδηγεί άλλους να το κάνουν. Σε κάθε περίπτωση, δεν έτυχε να τον γνωρίσω. Ούτε τους άλλους που θα κράταγαν τσίλιες γύρω απ’ το σπίτι μου.
Δεκαπέντε μέρες αργότερα, μια προκήρυξη των «Πυρήνων Άμεσης Δράσης» ανέλαβε την ευθύνη της πράξης. Μαζί μ’ εμένα, είχαν βάλει βόμβα και στο σπίτι του Βασίλη Ντούμα, τότε Προέδρου των Ειδικών Φρουρών. Η προκήρυξη ήταν ένα σαχλό και ασυνάρτητο κείμενο, γραμμένο από άνθρωπο λειτουργικά αναλφάβητο, που τα τσιτάτα του δεν μπορούσαν να κρύψουν την εχθρότητα του προς το συντακτικό. Έγραφε ότι με «χτύπησαν» διότι εργαζόμουν στον ΣΚΑΪ, διότι ήμουν υπερασπιστής του Μητσοτάκη και διότι συμμετείχα στο μιντιακό σύστημα χειραγώγησης της κοινής γνώμης. «Ο Καμπουράκης μπορεί να έχει τον τίτλο του "δημοσιογράφου", όμως η σχέση του με την πραγματική δημοσιογραφία διέπεται από εχθρότητα...» έγραφε επί λέξει. Κι αφού «η σχέση μου διέπεται από εχθρότητα» (ταλαίπωρη ελληνική γλώσσα τι τραβάς), μου έβαλαν βόμβα να με κάψουν μαζί με την οικογένεια μου.
Θεώρησα τότε τόσο παράλογη και εξωφρενική την επίθεση, που για καιρό αρνιόμουν να την αποδεχτώ. Πήγαν να με κάψουν επειδή έγραφα και έλεγα την γνώμη μου; Δηλαδή, δικαιούμαι κι εγώ να πάω να κάψω ένα γείτονα μαζί με την γυναίκα του και τα παιδιά του, επειδή οι πολιτικές απόψεις που εκφράζει με εξοργίζουν; Ξέρω ότι παραβιάζω ανοικτές πόρτες (για το κοινό του liberal, όχι για όλους), όμως αυτή πρέπει να είναι η βάση της συζήτησης. Αυτή διαχωρίζει τον πολίτη από τον εγκληματία. Διότι σ’ αυτά τα ζητήματα δεν υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση. Κάθε «ναι μεν αλλά» σε τοποθετεί στην πλευρά των εγκληματιών.
Ξέρω επίσης ότι η συζήτηση έχει μεταφερθεί πλέον στον θέμα της πολιτικής κάλυψης από κόμματα και της πιθανής ηθικής αυτουργίας. Έχω άποψη, όμως κάποιος που υπήρξε θύμα τρομοκρατικής ενέργειας δεν μπορεί να είναι αντικειμενικός. Το αφήνω σε άλλους, που κι αυτοί κρίνονται. Μπορώ όμως να πω τούτο. Δεν θεώρησα ποτέ την επίθεση εναντίον μου ως πράξη ενός μεμονωμένου παλαβού ή παρασυρμένου ή καθάρματος. Ήταν η κλιμακούμενη συνέχεια ενός δήθεν ριζοσπαστισμού και ακτιβισμού, που δεν θα υπήρχε δίχως την αίσθηση πολιτικής κάλυψης και κοινωνικής νομιμοποίησης, αλλά και δίχως την σιγουριά της ατιμωρησίας.
