Η ευρωπαϊκή δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο από την άνοδο των άκρων. Δοκιμάζεται και από κάτι λιγότερο θεαματικό, αλλά συχνά πιο διαβρωτικό: την αδυναμία των δημοκρατικών κομμάτων να παράγουν κυβερνησιμότητα, σταθερότητα και αποτελέσματα. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η πολιτική δεν μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια, να βελτιώσει τις δημόσιες υπηρεσίες, να προστατεύσει την ασφάλεια και να προσφέρει προοπτική, τότε δεν στρέφονται πάντοτε συνειδητά εναντίον της δημοκρατίας. Στρέφονται όμως εναντίον όσων τη διαχειρίζονται χωρίς πειστικότητα.
Το πρόσφατο άρθρο του Brookings, «Europe’s fractured politics and what they reveal about democracy», φωτίζει ακριβώς αυτή τη διάσταση. Η βασική του θέση δεν είναι απλώς ότι ανεβαίνει η εθνικιστική δεξιά. Είναι ότι η άνοδός της τροφοδοτείται από τον κατακερματισμό των δυνάμεων που βρίσκονται απέναντί της. Σε χώρες όπως η Ουγγαρία, η Βρετανία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Δανία και η Ιταλία, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η δύναμη των αντισυστημικών κομμάτων. Είναι η αδυναμία του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου —κεντροδεξιού, κεντρώου και κεντροαριστερού— να συγκροτήσει καθαρές, αξιόπιστες και αποτελεσματικές πλειοψηφίες.
Με αυτή την έννοια, η συζήτηση δεν χωρά εύκολα στο παλιό σχήμα «δεξιά εναντίον αριστεράς». Το πραγματικό ρήγμα είναι ανάμεσα στην κυβερνησιμότητα και τον κατακερματισμό, ανάμεσα στην ευθύνη και τη διαμαρτυρία, ανάμεσα στα κόμματα που μπορούν να αναλάβουν το κόστος της διακυβέρνησης και σε εκείνα που επενδύουν κυρίως στην οργή. Όπως επισημαίνει το Brookings, η οικονομική δυσαρέσκεια τιμωρεί κυβερνήσεις κάθε ιδεολογικής απόχρωσης· από την εθνικιστική δεξιά του Όρμπαν έως την κεντροαριστερά του Στάρμερ, οι πολίτες είναι ολοένα λιγότερο πρόθυμοι να δώσουν πίστωση χρόνου σε όσους δεν παραδίδουν απτά αποτελέσματα.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για ελληνική ιδιομορφία. Το ECFR, στην ανάλυσή του «Rise to the challengers», περιγράφει την άνοδο κομμάτων που δεν εντάσσονται πλέον στο παραδοσιακό ευρωπαϊκό consensus των χριστιανοδημοκρατών, σοσιαλδημοκρατών, φιλελευθέρων και πρασίνων. Δεν είναι όλα ίδια ούτε όλα ακροδεξιά. Άλλα είναι δεξιά ριζοσπαστικά, άλλα αριστερόστροφα, άλλα υβριδικά, άλλα καθαρά αντισυστημικά. Το κοινό τους στοιχείο είναι ότι αμφισβητούν τις παλιές σταθερές της ευρωπαϊκής πολιτικής, ιδίως σε ζητήματα Ευρώπης, διεθνούς τάξης, ασφάλειας, μετανάστευσης και θεσμικής συνέχειας.
Το European Policy Centre, από άλλη αφετηρία, προειδοποιεί ότι η δημοκρατική ανθεκτικότητα δεν είναι αυτονόητη ούτε για τα παλαιά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δημοκρατική οπισθοδρόμηση δεν είναι βαλκανική εξαίρεση ούτε πρόβλημα των «άλλων». Είναι ευρωπαϊκό ζήτημα. Το V-Dem, στο Democracy Report 2026, καταγράφει ότι η δημοκρατική υποχώρηση φτάνει πλέον και σε ώριμες δυτικές δημοκρατίες, με χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής να εμφανίζονται ανάμεσα στις νέες περιπτώσεις αυταρχικής διολίσθησης. Το Eurobarometer υπενθυμίζει, παράλληλα, ότι οι Ευρωπαίοι δεν ζουν τη δημοκρατική αγωνία αφηρημένα. Τη συνδέουν με το κόστος ζωής, την ασφάλεια, την οικονομική προοπτική και την ικανότητα των θεσμών να προστατεύουν την καθημερινότητά τους.
Από αυτή την άποψη, η Ελλάδα δεν βρίσκεται εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου. Αντιθέτως, αποτελεί ενδιαφέρουσα εξαίρεση μέσα σε αυτό. Σε μια Ευρώπη όπου τα κοινοβούλια κατακερματίζονται, οι συνασπισμοί γίνονται δυσκολότεροι και τα άκρα αξιοποιούν την απογοήτευση, η Ελλάδα διαθέτει ακόμη καθαρή κυβερνητική εντολή, ευρωπαϊκό προσανατολισμό, δημοσιονομική σοβαρότητα και πολιτική κανονικότητα. Αυτό δεν είναι αυτονόητο. Είναι θεσμικό και πολιτικό πλεονέκτημα.
Η Νέα Δημοκρατία, με όλες τις αδυναμίες που κάθε κυβέρνηση αναπόφευκτα εμφανίζει, εκφράζει σήμερα αυτή τη βασική ανάγκη της χώρας: τη σύνδεση σταθερότητας, ευρωπαϊκής ευθύνης και μεταρρυθμιστικής κατεύθυνσης. Η δημοσιονομική αποκατάσταση της χώρας, η βελτιωμένη διεθνής εικόνα της, η επενδυτική αξιοπιστία και η παραμονή στον ευρωπαϊκό πυρήνα δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα. Είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί οποιαδήποτε σοβαρή πολιτική για μισθούς, υγεία, παιδεία, ασφάλεια, ψηφιακό κράτος και κοινωνική κινητικότητα.
Αυτό δεν σημαίνει αυτάρκεια. Η σταθερότητα δεν είναι επιχείρημα ακινησίας. Είναι προϋπόθεση αλλαγών. Η πολιτική αξιοπιστία της Νέας Δημοκρατίας θα κριθεί από το αν μπορεί να μετατρέψει την κυβερνησιμότητα σε καθημερινή αποτελεσματικότητα: ταχύτερη δικαιοσύνη, καλύτερη δημόσια διοίκηση, αξιολόγηση παντού, λειτουργικό ΕΣΥ, σχολείο που δίνει δεξιότητες, ψηφιακό κράτος που υπηρετεί τον πολίτη και όχι τον ελέγχει, κράτος δικαίου που δεν εξαντλείται στη ρητορική αλλά φαίνεται στη συνέπεια των κανόνων.
Εδώ εντάσσεται και η πρόσφατη συζήτηση στο ΠΑΣΟΚ. Η αντιπαράθεση που καταγράφηκε ανάμεσα στην Άννα Διαμαντοπούλου και τον Χάρη Δούκα για τις πιθανές συνεργασίες στον προοδευτικό χώρο δεν είναι απλώς εσωκομματικό επεισόδιο. Αγγίζει το κεντρικό ερώτημα της ελληνικής κεντροαριστεράς: θέλει να αποτελέσει σοβαρή ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ή να εγκλωβιστεί σε μια λογική αντι-ΝΔ συγκόλλησης; Η κριτική προς την κυβέρνηση είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά αναγκαία. Άλλο όμως η υπεύθυνη αντιπολίτευση και άλλο η αναζήτηση κυβερνητικής προοπτικής μέσα από αριθμητικά αθροίσματα δυσαρέσκειας.
Η χώρα χρειάζεται σοβαρή αντιπολίτευση. Χρειάζεται ένα ΠΑΣΟΚ με ευρωπαϊκή πυξίδα, θεσμική υπευθυνότητα, δημοσιονομική σοβαρότητα και μεταρρυθμιστικό λόγο. Δεν χρειάζεται μια κεντροαριστερά που θα προσπαθεί να ξανασυναντήσει τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό του παρελθόντος σε πιο κομψή συσκευασία. Η Ευρώπη δείχνει ότι όταν τα παραδοσιακά κόμματα θολώνουν τη στρατηγική τους, όταν δεν ξεχωρίζουν την προγραμματική συνεργασία από την ευκαιριακή συγκόλληση και όταν υποτιμούν την ανάγκη καθαρής κυβερνητικής πρότασης, τότε το πολιτικό σύστημα δεν γίνεται πιο πλουραλιστικό. Γίνεται πιο εύθραυστο.
Το Brookings επιμένει σε κάτι που αφορά άμεσα και την Ελλάδα: οι δημοκρατίες μπαίνουν σε εποχή ανελέητων εκλογικών σωμάτων. Οι πολίτες απομακρύνουν γρήγορα όσους αποτυγχάνουν και απογοητεύονται ακόμη γρηγορότερα από όσους υπόσχονται αλλαγή χωρίς σχέδιο. Γι’ αυτό και το κεντρικό ζήτημα δεν είναι ποιος φωνάζει περισσότερο εναντίον της κυβέρνησης. Είναι ποιος μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα.
Η δημοκρατία δεν προστατεύεται με συνθήματα, ούτε με μέτωπα ευκαιρίας. Προστατεύεται όταν οι θεσμοί λειτουργούν, όταν η οικονομία δημιουργεί ευκαιρίες, όταν το κράτος αποδίδει, όταν η δικαιοσύνη γίνεται ταχύτερη, όταν η δημόσια διοίκηση αξιολογείται, όταν η υγεία και η παιδεία παράγουν μετρήσιμα αποτελέσματα, όταν οι φόροι των πολιτών πιάνουν τόπο.
Σε αυτό το πεδίο κρίνεται και η πολιτική αξιοπιστία. Όχι στην ένταση των καταγγελιών, αλλά στην ικανότητα παραγωγής αποτελέσματος. Όχι στη συγκρότηση ευκαιριακών μετώπων, αλλά στη διαμόρφωση πειστικής πρότασης διακυβέρνησης. Όχι στην αριθμητική της δυσαρέσκειας, αλλά στη θεσμική και οικονομική αξιοπιστία.
Η Νέα Δημοκρατία οφείλει να συνεχίσει να αποδεικνύει ότι η σταθερότητα δεν είναι ακινησία, αλλά προϋπόθεση μεταρρυθμίσεων. Και το ΠΑΣΟΚ οφείλει να αποφασίσει αν θα σταθεί ως σοβαρή ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ή αν θα αναζητήσει ρόλο μέσα από αρνήσεις, συγκολλήσεις και αντι-ΝΔ αντανακλαστικά.
Διότι τελικά η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο όταν δυναμώνουν οι αντίπαλοί της. Κινδυνεύει όταν οι υπερασπιστές της παύουν να πείθουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν καλύτερα.
* Ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι συνιδρυτής της Urban Policy Lab ΑΜΚΕ και ιδρυτής της OLYSIS. Είναι cDPO και Lead Verifier σε EU ETS, ISO 14064-1 και ISO 14064-2.
