Η ακρίβεια δεν είναι πρώτα στατιστικό μέγεθος. Είναι η στιγμή που η καθημερινότητα αρχίζει να αμφισβητεί την αξιοπιστία της δημόσιας πολιτικής. Μετριέται στο καλάθι, στο ενοίκιο, στον λογαριασμό του ρεύματος, στις μικρές σταθερές δαπάνες που μέχρι χθες θεωρούνταν αυτονόητες και σήμερα μπαίνουν ξανά σε δεύτερη σκέψη.
Γι’ αυτό και η ακρίβεια δεν είναι μόνο οικονομικό φαινόμενο. Είναι πολιτικό και θεσμικό τεστ.
Τα στοιχεία έχουν τη σημασία τους, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους. Ο πολίτης δεν ζει μέσα στον μέσο δείκτη. Ζει μέσα στη διαφορά ανάμεσα στο εισόδημά του και στο κόστος της ζωής του. Και όταν αυτή η διαφορά μικραίνει, δεν περιορίζεται μόνο η κατανάλωση. Περιορίζεται η αίσθηση ελέγχου, η προβλεψιμότητα, η ίδια η εμπιστοσύνη ότι η οικονομία λειτουργεί με όρους δικαιοσύνης και κοινής λογικής.
Αυτό δεν είναι απλώς μια τεχνική μεταβολή τιμών. Είναι μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Η οικονομική θεωρία το έχει εξηγήσει εδώ και δεκαετίες: όταν αυξάνεται η τιμή βασικών αγαθών που απορροφούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος, το νοικοκυριό γίνεται ουσιαστικά φτωχότερο, ακόμη κι αν οι ονομαστικοί μισθοί φαίνεται να βελτιώνονται. Εκεί βρίσκεται η ουσία της κοινωνικής δυσφορίας: όχι στους πίνακες, αλλά στο αίσθημα ότι το εισόδημα δεν φτάνει πια για την ίδια ζωή.
Δεν είναι μόνο διεθνές φαινόμενο
Εδώ αρχίζει και η πολιτική της ακρίβειας. Οι κοινωνίες δεν αξιολογούν μια κυβέρνηση μόνο από τους μακροοικονομικούς δείκτες. Την αξιολογούν από το αν ο μισθός τελειώνει νωρίτερα, από το αν η κατοικία απορροφά όλο και μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού, από το αν η καθημερινότητα μικραίνει.
Είναι όμως η ακρίβεια ελληνικό ή διεθνές φαινόμενο; Η σοβαρή απάντηση είναι: και τα δύο. Οι πληθωριστικές πιέσεις, το κόστος ενέργειας, οι αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες και η γενικότερη αβεβαιότητα δεν αποτελούν μόνο ελληνική ιδιορρυθμία. Αλλά η διεθνής διάσταση του φαινομένου δεν αναιρεί την εθνική ευθύνη διαχείρισής του. Αντιθέτως, την καθιστά πιο απαιτητική.
Στην Ελλάδα, η διεθνής πίεση περνά μέσα από μια οικονομία με εύθραυστη ακόμη αγοραστική δύναμη, μέσα από μια αγορά όπου σε κρίσιμους τομείς επιμένουν στρεβλώσεις, και μέσα από μια κοινωνία που βγήκε από μια μακρά περίοδο κρίσεων χωρίς να έχει αποκαταστήσει πλήρως την αίσθηση σταθερότητας. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ελληνική ιδιαιτερότητα. Η ακρίβεια μπορεί να μην είναι ελληνική εφεύρεση. Η έντασή της όμως ως κοινωνική εμπειρία έχει σαφώς ελληνικά χαρακτηριστικά.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να εξαντλείται ούτε σε εύκολες καταγγελίες περί αισχροκέρδειας ούτε σε ένα διοικητικά βολικό «είναι διεθνές φαινόμενο». Η πρώτη στάση είναι ρηχή. Η δεύτερη είναι ατελέσφορη. Η σοβαρή απάντηση προϋποθέτει περισσότερο πραγματικό ανταγωνισμό, αποτελεσματικότερη εποπτεία εκεί όπου υπάρχει κατάχρηση ισχύος, πολιτικές που ενισχύουν την προσφορά – ιδίως στη στέγαση και στις βασικές υπηρεσίες – και στοχευμένη στήριξη εκεί όπου η πίεση είναι μεγαλύτερη.
Η ακρίβεια ως κρίση εμπιστοσύνης
Το πρόβλημα της ακρίβειας στην Ελλάδα είναι τελικά βαθύτερο από μια συζήτηση για τον πληθωρισμό. Είναι πρόβλημα εμπιστοσύνης. Όταν ο πολίτης ακούει ότι «η οικονομία πηγαίνει καλύτερα», αλλά νιώθει ότι η δική του ζωή στενεύει, δεν αμφισβητεί μόνο την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Αρχίζει να αμφισβητεί το αν οι θεσμοί αντιλαμβάνονται σωστά το πρόβλημά του.
Αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη πείσει επαρκώς, αυτό είναι ότι έχει αποτιμήσει με την αναγκαία πολιτική σοβαρότητα την επίδραση της ακρίβειας στην καθημερινότητα του πολίτη. Δεν αρκούν γενικές διαπιστώσεις, ούτε η επανάληψη ότι η οικονομία συνολικά βελτιώνεται. Χρειάζονται πιο ορατές και πιο αποφασιστικές παρεμβάσεις στο επίπεδο της αγοράς, του ανταγωνισμού και της εποπτείας, με πολιτική ευθύνη που να αναλαμβάνεται στο υψηλότερο επίπεδο.
Η πραγματική δοκιμασία αφορά πλέον τη μεσαία τάξη και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Η οικονομική πίεση δεν εξαντλείται στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Αγγίζει το βάρος των συσσωρευμένων οφειλών, την υπερχρέωση, την περιορισμένη πρόσβαση σε τραπεζική ρευστότητα, την αίσθηση ότι για ένα μεγάλο μέρος παραγωγικών ανθρώπων το κράτος παραμένει περισσότερο τιμωρός παρά εταίρος ανάκαμψης.
Εκεί χρειάζεται μια πιο θαρραλέα πολιτική απάντηση. Όχι με τη μορφή αδιάκριτης παροχολογίας, ούτε με την ψευδαίσθηση ότι η δυσχέρεια των Ελλήνων θα θεραπευθεί μόνο με επιδόματα ή με ονομαστικές αυξήσεις μισθών. Χρειάζεται μια πραγματική στρατηγική ανακούφισης και επανεκκίνησης: λειτουργικές ρυθμίσεις οφειλών προς το Δημόσιο, επανεξέταση του βάρους που συνεχίζουν να παράγουν ανενεργές ή κλειστές επιχειρήσεις, καλύτερη πρόσβαση της μικρομεσαίας οικονομίας σε χρηματοδότηση, και ένα σχέδιο ενίσχυσης της νέας επιχειρηματικότητας που να κινητοποιεί ιδιωτικά κεφάλαια αντί να αναπαράγει κρατική εξάρτηση.
Γιατί η μεσαία τάξη δεν είναι μόνο οικονομική κατηγορία. Είναι ο βασικός κοινωνικός φορέας της φιλελεύθερης δημοκρατικής σταθερότητας. Όσο διατηρεί την αυτοπεποίθηση, την παραγωγικότητα και τη δυνατότητα να μη φοβάται διαρκώς την πτώση, τόσο λειτουργεί ως ανάχωμα στον λαϊκισμό, στην απαξίωση των θεσμών και στις εύκολες αντισυστημικές υποσχέσεις.
Η ακρίβεια, λοιπόν, δεν κρίνει μόνο το κόστος ζωής. Κρίνει την ποιότητα της διακυβέρνησης. Και η απάντηση σε αυτήν δεν θα έρθει ούτε από επικοινωνιακά υποκατάστατα ούτε από ιδεολογικά αντανακλαστικά άλλων εποχών. Θα έρθει μόνο αν η πολιτεία αποδείξει ότι μπορεί να προστατεύσει την πραγματική αγοραστική δύναμη, να δώσει χώρο στην ιδιωτική πρωτοβουλία και να αποκαταστήσει την αίσθηση ότι η προσπάθεια έχει νόημα.
Σε μια ώριμη δημοκρατία, η ποιότητα της διακυβέρνησης κρίνεται πρώτα εκεί όπου χτυπά η καθημερινότητα: στο τραπέζι, στο σπίτι, στο πορτοφόλι, στην εμπιστοσύνη.
*Ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι εμπειρογνώμων για πολιτικές υγείας, ESG συμμόρφωση και προστασία δεδομένων, ιδρυτής της OLYSIS και συνιδρυτής του Urban Policy Lab, cDPO σε 30+ οργανισμούς. Οι απόψεις εκφράζονται με προσωπική ιδιότητα.
