Το 1997, όταν έγιναν εκλογές για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας που κέρδισε τελικά ο Κώστας Καραμανλής, ένας από τους υποψήφιους ήταν και ο Βύρων Πολύδωρας. Σε ένα σώμα 3.470 εκλογέων, κατάφερε και πήρε μόνο 118 ψήφους, αλλά τουλάχιστον το αντιμετώπισε με χιούμορ:
«Ζήτησα την ψυχή σας και όχι την ψήφο σας. Κι εσείς το πήρατε τοις μετρητοίς και μου δώσατε μεν την ψυχή σας αλλά όχι την ψήφο σας…», είπε μετα την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
Ήταν ίσως η πρώτη φορά που η έννοια της λεγόμενης «ψυχής» μιας παράταξης άρχισε να αποκτά υπόσταση στην πολιτική.
Πριν λίγο καιρό, σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη, ο Αντώνης Σαμαράς μίλησε κι αυτός για τη «λαϊκή ψυχή της παράταξης που πέθανε…», δείχνοντας ελαφρώς συντετριμμένος.
Τόσο κλάμα για τη «λαϊκή ψυχή» μιας παράταξης, είχαμε να δούμε από την εποχή του Καζαντζίδη και του Ζιγκουάλα.
Αλλά τα κόμματα συμβαίνει είναι ζωντανοί οργανισμοί. Και ως τέτοιοι εξελίσσονται γιατί πρέπει να αφουγκράζονται τις ανάγκες της κοινωνίας.
Και προφανώς η Νέα Δημοκρατία του σήμερα, έχει εξελιχθεί σε σχέση με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αυτή του Γεωργίου Ράλλη, του Ευάγγελου Αβέρωφ, του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, του Μιλτιάδη Έβερτ, του Κώστα Καραμανλή αλλά και του ίδιου του Αντώνη Σαμαρά. Και να είμαστε ειλικρινείς, θα ήταν ιδιαιτέρως ανησυχητικό αν η οποιαδήποτε Νέα Δημοκρατία παρέμενε ίδια και δεν άλλαζε για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εποχής.
Το γεγονός άλλωστε ότι το κόμμα αυτό, παραμένει -είτε ως κυβέρνηση, είτε ως ισχυρή αντιπολίτευση -πολιτικά κυρίαρχο εδώ και 52 ολόκληρα χρόνια, δείχνει ότι η προσαρμοστικότητά του, είναι ακριβώς και το μυστικό της επιτυχίας του.
Οι αρχές του κόμματος και το γενικό πολιτικό πλαίσιο, παραμένουν προφανώς σταθερά και απαράλλαχτα από την εποχή του ιδρυτή της. Την εποχή του «όχι στις παραπλανητικές ταμπέλες της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς» και την εποχή του περίφημου «ανήκομεν εις την Δύσιν». Και είναι εξίσου αλήθεια ότι αυτό που αντιπροσωπεύει η Νέα Δημοκρατία ως πολιτική παράταξη, δικαιώθηκε σε όλες τις ιστορικές του επιλογές με κορυφαία την ένταξη στην τότε ΕΟΚ-σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση-που κατέστησε τη χώρα αναπόσπαστο μέρος της ευρωπαϊκής οικογένειας.
Αν όμως οι αρχές δεν αλλάζουν, αυτά που σίγουρα αλλάζουν είναι οι κοινωνίες και οι συνθήκες. Και που αμφότερα επιτάσσουν ανοίγματα σε ευρύτερες δυνάμεις αντί για φοβικές περιχαρακώσεις.
Και εν πάση περιπτώσει, τη «λαϊκή ψυχή» την είδαμε να εκφράζεται υπερήφανα κάμποσες φορές τα τελευταία χρόνια. Και στην περίοδο του Κώστα Καραμανλή αλλά και σε αυτήν του Αντώνη Σαμαρά, αν και ποτέ δεν έσπασε ταμεία. Να θυμίσουμε ότι ο πρώτος μετα από 5,5 χρόνια διακυβέρνησης κατέληξε σε μια ταπεινωτική ήττα το 2009, πράγμα που δεν απέφυγε ούτε ο δεύτερος, 6 περίπου χρόνια μετα, χάνοντας απ’ τον Τσίπρα.
Γιατί καλή και άγια βλέπετε η «λαϊκή ψυχή» αλλά τι να την κάνεις αν η κοινωνία της γυρίζει την πλάτη;
Η σχέση επομένως «ψυχής» και απήχησης, δεν είναι πάντα γραμμική.
Κάτι ήξερε γι’ αυτό ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τον οποίο συχνά επικαλείται ο Αντώνης Σαμαράς.
Όταν ίδρυσε την ΕΡΕ, έκανε ένα γενναίο άνοιγμα ακόμα και σε πολιτικούς τους αντιπάλους με το περίφημο «δεν θέλω να εγκαταλείψετε τας ιδέας σας. Αλλά να γίνετε έντιμοι συνεργάται της κυβερνήσεώς μου».
Το ίδιο ακριβώς έκανε o Κωνσταντίνος Καραμανλής και το 1974 όπως και το 1978, εντάσσοντας στη Νέα Δημοκρατία και τον πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού.
Τι διαφορετικό από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τον οποίο τώρα ο Σαμαράς κατηγορεί ότι μετέτρεψε τη Νέα Δημοκρατία σε «υβρίδιο σημιτικού ΠΑΣΟΚ με μπλε χρώμα;»
Πώς αλλιώς εννοεί ότι η Νέα Δημοκρατία θα κέρδιζε τρεις εκλογές στη σειρά με υψηλότατα ποσοστά αν είχε περιχαρακωθεί στα στενά ιδεολογικά της πλαίσια και δεν έκανε άνοιγμα στις ευρύτερες δυνάμεις του Κέντρου και της εκσυγχρονιστικής Κεντροαριστεράς;
Και πως αλλιώς εννοεί ότι η Νέα Δημοκρατία θα παρέμενε πολιτικά επικυρίαρχη μετα από 7 ολόκληρα χρόνια στην εξουσία;
Εκτός φυσικά αν αυτό είναι που κατά βάση ενοχλεί μαζί με την ισχυρή πλέον πιθανότητα μιας τρίτης θητείας Μητσοτάκη.
Αλλά αν είναι έτσι, τότε ας ειπωθεί με ειλικρίνεια. Όχι τίποτα άλλο αλλά για να μην κλαίμε τζάμπα για τις «ψυχές που χάθηκαν».
