Από τη γραβάτα του Ζάεφ στα F-35 του Ερντογάν
Eurokinissi
Eurokinissi

Από τη γραβάτα του Ζάεφ στα F-35 του Ερντογάν

Ευφυώς ο Παύλος Μαρινάκης συμπύκνωσε προ ημερών, σε μια ισχυρή εικόνα, την υποτιθέμενη πολυδιάστατη και εθνικά επιτυχή εξωτερική πολιτική της διακυβέρνησης Τσίπρα, απαντώντας στις σχετικές αιτιάσεις του αρχηγού της ΕΛ.Α.Σ., οι οποίες απέχουν ελάχιστα από τις αντίστοιχες των Βελόπουλου, Καρυστιανού και Σαμαρά.

«Η Ελλάδα έχει να θυμάται από τα τεσσεράμισι χρόνια του κυρίου Τσίπρα, σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής και επιτυχιών, μόνο μία γραβάτα: τη γραβάτα από τον κύριο Ζάεφ...» ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, καταγγέλλοντας ως ακραία ψευδολογία και διαστροφή της πραγματικότητας τον προκλητικό ισχυρισμό του πρώην πρωθυπουργού ότι επί ΣΥΡΙΖΑ η Τουρκία δεν είχε F-35.

Ο κ. Τσίπρας διατηρεί ακέραιη την υψηλή τεχνική να παίζει με τις λέξεις και τις εντυπώσεις που αυτές δημιουργούν. Ούτε σήμερα, επί Νέας Δημοκρατίας, η Τουρκία διαθέτει F-35, ούτε φαίνεται ότι θα τα αποκτήσει αύριο, όπως δείχνουν τα σημερινά δεδομένα.

Επί ΣΥΡΙΖΑ, όμως, η Άγκυρα ήταν συμπαραγωγός και εκλεκτός εταίρος των ΗΠΑ στο πρόγραμμα των F-35, με προχωρημένες συμφωνίες ακόμη και για την εκπαίδευση Τούρκων πιλότων. Την ίδια στιγμή, η προοπτική συμμετοχής της Ελλάδας στο πρόγραμμα ήταν πρακτικά ανύπαρκτη.

Η εικόνα αυτή αντεστράφη για λόγους εξωγενείς προς την ελληνική πολιτική, λίγες μόλις ημέρες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία. Δεν ήταν αποτέλεσμα ελληνικών ενεργειών, αλλά ήταν μια πραγματικότητα που η Αθήνα αξιοποίησε στρατηγικά προς όφελος των εθνικών συμφερόντων.

Δεν είναι η ασθενής μνήμη που οδηγεί τον πρώην πρωθυπουργό σε αυτά τα άλματα πάνω και πέρα από την καταγεγραμμένη ιστορική πραγματικότητα. Είναι η βεβαιότητά του ότι ελάχιστοι από τους νέους ακολούθους του ενδιαφέρονται πραγματικά για την ακρίβεια των γεγονότων και η πεποίθησή του ότι μπορεί ακόμη να δημιουργεί πυκνά προπετάσματα καπνού.

Πριν από λίγα εικοσιτετράωρα, η Ελλάδα συμμετείχε στο Λονδίνο στο κλειστό κλαμπ των ελάχιστων χωρών που αποκτούν τα F-35. Ωστόσο, ο επικεφαλής της ΕΛ.Α.Σ. μίλησε για «εθνική ήττα», την οποία χρεώνεται προσωπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Η 10η Ιουλίου, την οποία τουρκικά μέσα ενημέρωσης όριζαν ως την ημερομηνία κατά την οποία θα ανακοινωνόταν η «λύση-κλειδί» για τους S-400, παρήλθε χωρίς εξελίξεις. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν μίλησε για ισχυρή πολιτική βούληση ως προς την άρση των κυρώσεων, ενώ και ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών κινήθηκε προσεκτικά γύρω από το ευαίσθητο ζήτημα.

Στην Αθήνα, όμως, ένας πρώην πρωθυπουργός, ο οποίος σφετερίζεται τον τίτλο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης — καθώς ούτε εκλογές διεξήχθησαν ούτε το κόμμα του αναδείχθηκε από κοινοβουλευτική καραμπόλα σε αυτή τη θέση, όπως συνέβη με το ΠΑΣΟΚ — δείχνει ανυπομονησία να πανηγυρίσει μια ενδεχόμενη εθνική νίκη του Ερντογάν.

Τα περί «λευκής επιταγής» που υποτίθεται ότι έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις Ηνωμένες Πολιτείες ακούγονται επίσης ως πρόκληση όταν διατυπώνονται από τον άλλοτε ριζοσπάστη αριστερό πολιτικό, ο οποίος βρέθηκε να παραδίδεται πλήρως στις επιθυμίες και στους σχεδιασμούς του Ντόναλντ Τραμπ μέσα στον Κήπο των Ρόδων του Λευκού Οίκου.

Τότε που υποχρεώθηκε να μικρύνει τη χώρα και τον ίδιο τον πρωθυπουργικό του εαυτό, δηλώνοντας:

«Διαπίστωσα, από τη συνάντηση με τον Πρόεδρο, ότι η προσέγγισή του στα πράγματα και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την πολιτική, ορισμένες φορές μπορεί να μοιάζει διαβολικός, αλλά γίνεται για καλό...».

Για το καλό της χώρας, μάλλον, σπεύδει σήμερα να χαρακτηρίσει «εθνική ήττα» κάτι που ακόμη δεν έχει συμβεί. Και για να συμβεί, θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν, κατά τρόπο εξαιρετικά επιζήμιο για τα ελληνικά συμφέροντα, ο Πούτιν, ο Ερντογάν και ο Τραμπ.

Άξιο ιδιαίτερης προσοχής παραμένει το γεγονός ότι ο αρχηγός της ΕΛ.Α.Σ., ασκώντας κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη για την εξωτερική πολιτική του, έσπευσε ταυτόχρονα να διαμηνύσει — προς ποιους άραγε; — ότι αν ο ίδιος βρισκόταν στο τιμόνι της χώρας, θα είχε διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους με τη Μόσχα και η Ελλάδα «δεν θα βρισκόταν στον σκληρό πυρήνα της αντιρωσικής υστερίας».

Μια διατύπωση που, ανεξαρτήτως προθέσεων, λειτουργεί ως σαφές πολιτικό σήμα προς ένα συγκεκριμένο ακροατήριο εντός και εκτός συνόρων και επαναφέρει στο προσκήνιο ερωτήματα για τη στρατηγική κατεύθυνση που θα επέλεγε η χώρα υπό διαφορετικές πολιτικές ηγεσίες.