Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. από τον Αλέξη Τσίπρα αποτελεί σημαντική πολιτική εξέλιξη του νέου κύκλου που φαίνεται να έχει εισέλθει το πολιτικό σκηνικό. Το γεγονός ότι το νέο κόμμα εμφανίστηκε εξαρχής στη δεύτερη θέση της εκτίμησης ψήφου, συγκεντρώνοντας περίπου 15%-15,5%, ενώ στις επόμενες μετρήσεις καταγράφει περαιτέρω άνοδο προς το 16%-17%, δεν μπορεί να θεωρηθεί συγκυριακό. Αντίθετα, υποδηλώνει ότι εκφράζει μια πραγματική πολιτική και κοινωνική ζήτηση.
Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι έχει ήδη διαμορφωθεί ένας νέος κυρίαρχος πόλος εξουσίας. Άλλωστε τα ποσοστά που συγκεντρώνει βρίσκονται στο επίπεδο των ποσοστών των δεύτερων εκλογών του 2023, στις οποίες επί Προεδρίας Α. Τσίπρα διετελέσθη μια από τις πιο βαριές ήττες κόμματος Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ενώ μάλιστα βρισκόταν στην Αντιπολίτευση. Δείχνει ωστόσο, ότι ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος αναζητούσε μια νέα πολιτική έκφραση, την οποία ούτε ο σημερινός εναπομείνας ΣΥΡΙΖΑ, ούτε το ΠΑΣΟΚ κατάφεραν να προσφέρουν στο προηγούμενο διάστημα.
Το πρώτο στοιχείο που εξηγεί τη δυναμική είναι το ίδιο το πολιτικό πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα. Παρά τη μεγάλη αντισυσπείρωση που εμφανίζεται απέναντι στο πρόσωπο του π. πρωθυπουργού που κινείται στο 65%-70%, τις έντονες αντιπαραθέσεις που χαρακτήρισαν την αντιπολιτευτική του δράση και την πρωθυπουργική του θητεία, την έντονη κριτική σε επιλογές του (δημοψήφισμα 2015, κλείσιμο Τραπεζών, 3ο Μνημόνιο, υπερφορολόγηση μεσαίας τάξης κ.λ.π) εξακολουθεί να διαθέτει υψηλή αναγνωρισιμότητα, κυβερνητική εμπειρία και διεθνή παρουσία.
Σε αντίθεση με άλλα εγχειρήματα που ξεκινούν από το μηδέν, η ΕΛ.Α.Σ. δεν χρειάστηκε να δημιουργήσει πολιτική ταυτότητα· την κληρονόμησε από τον ιδρυτή της, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει να την επαναπροσδιορίσει. Για ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων, η νέα προσπάθεια λειτουργεί ως μια «δεύτερη ευκαιρία»: διατηρεί τα κατά την άποψή τους θετικά στοιχεία της περιόδου διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρώντας να αποκοπεί από τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις οργανωτικές παθογένειες και την εικόνα παρακμής που χαρακτήρισε το κόμμα μετά το 2023. Το τι θα συμβεί θα κριθεί, γιατί μέχρι στιγμής υπάρχει ένας μετεωρισμός ανάμεσα σε λάθη και επιλογές που προκαλούν έντονη κριτική από την κοινωνική πλειοψηφία, νέα πρόσωπα που εμφανίζονται αλλά συχνά χωρίς διακριτή ιδεολογική, πολιτική ταυτότητα, απουσία σύγχρονων θέσεων αλλά και επιμονή σε επιλογές. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την παρουσίαση του βιβλίου του Α. Τσίπρα, η δυνητική ψήφος επί δίμηνο έπεφτε.
Η δεύτερη αιτία της ανόδου είναι το υπαρκτό κενό στον χώρο μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και της υπόλοιπης αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά ερείσματα, να κυριαρχεί με διψήφια διαφορά, όμως η κυβερνητική φθορά και κόπωση δημιουργεί σταδιακά χώρο για μια ισχυρή εναλλακτική πρόταση. Μέχρι σήμερα, κανένα κόμμα δεν είχε καταφέρει να καταστεί ο φυσικός διεκδικητής της εξουσίας. Η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζεται ακριβώς τη στιγμή που μεγάλο μέρος των πολιτών αναζητά έναν αξιόπιστο αντιπολιτευτικό πόλο.
Η συγκυρία επομένως λειτούργησε ευνοϊκά. Δεν δημιουργεί μόνη της τη δυναμική, αλλά της επιτρέπει να εκδηλωθεί.
Η κατάκτηση της δεύτερης θέσης έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Στα κοινοβουλευτικά συστήματα, οι ψηφοφόροι τείνουν να συγκεντρώνονται γύρω από εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που θεωρούν ότι έχουν πραγματικές πιθανότητες να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Η δεύτερη θέση δημιουργεί την εικόνα του βασικού αντιπάλου της κυβέρνησης και παράγει ένα φαινόμενο πολιτικής συσπείρωσης. Εάν η εικόνα αυτή παγιωθεί για αρκετούς μήνες, είναι πιθανό να ενισχύσει περαιτέρω το κόμμα, καθώς μέρος των αναποφάσιστων ή των ψηφοφόρων μικρότερων σχηματισμών ενδέχεται να θεωρήσει ότι εκεί βρίσκεται πλέον η πιο αποτελεσματική αντιπολίτευση. Την ίδια στιγμή φαίνεται η δυνατότητα να ενισχύεται και η ΝΔ έχοντας πια έναν αντίπαλο, ο οποίος για σημαντικά κεντρώα, μεταρρυθμιστικά κεντροαριστερά ακροατήρια έχει άσχημη, απορριπτέα εικόνα. Αυτό θα οδηγεί στη δημιουργία ασφυκτικών συνθηκών για όλα τα άλλα κόμματα.
Ας σημειώσουμε πάντως, ότι η σημερινή ανοδική πορεία της ΕΛ.Α.Σ, δεν είναι απεριόριστη. Οι εξελίξεις στην Πολιτική δεν είναι ποτέ γραμμικές. Η πρώτη δοκιμασία θα είναι η μετάβαση από το ενδιαφέρον της ίδρυσης στη σταθερή πολιτική παραγωγή. Τα νέα κόμματα συνήθως επωφελούνται από το στοιχείο της καινοτομίας, όμως αργότερα κρίνονται για το πρόγραμμά τους, τα στελέχη τους, την οργανωτική τους συγκρότηση και την ικανότητα παραγωγής πειστικών λύσεων. Παράλληλα, η υψηλή δημοφιλία του ιδρυτή αποτελεί ταυτόχρονα και πλεονέκτημα και περιορισμό. Αν η δημόσια εικόνα του κόμματος ταυτιστεί αποκλειστικά με τον Αλέξη Τσίπρα, τότε η μακροχρόνια ανάπτυξή του θα εξαρτηθεί υπερβολικά από τις προσωπικές του επιδόσεις. Ένα κόμμα που φιλοδοξεί να κυβερνήσει χρειάζεται ευρύτερη ηγετική ομάδα και κοινωνική εκπροσώπηση.
Υπάρχουν από τη μια αρκετοί παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω ενίσχυση. Πρώτον, η αναζήτηση μιας εναλλακτικής λύσης, αφού πάνω από το 50% ζητάει πολιτική αλλαγή, αν και αυτό εκπροσωπείται από πολλά κόμματα. Δεύτερον, εάν η ΕΛ.Α.Σ. παρουσιάσει ολοκληρωμένο πρόγραμμα για την οικονομία, το κράτος, την υγεία, την παιδεία και την παραγωγική ανασυγκρότηση, θα διευρύνει την απήχησή της πέρα από τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Αριστεράς. Το ερώτημα είναι αν μπορεί, γιατί μέχρι στιγμής επαναλαμβάνονται παρόμοια με το παρελθόν συνθήματα, που δεν προσθέτουν αντίθετα μπορεί να τροφοδοτούν αμφισβήτηση αξιοπιστίας.
Τρίτον, η προσέλκυση στελεχών από διαφορετικούς πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους θα ενισχύσει την εικόνα ενός ευρύτερου προοδευτικού φορέα και όχι μιας απλής ανασύνθεσης του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ. Τέταρτον, η διατήρηση ενός μετριοπαθούς αλλά σαφούς πολιτικού λόγου μπορεί να προσελκύσει πολίτες του κεντρώου χώρου που επιζητούν σταθερότητα αλλά και αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης. Και εδώ υπάρχει δυσκολία αφού θα υπάρχει πόλωση στην τελική πορεία προς τις εκλογές και υπάρχει μια τάση προβολής στοιχείων που εκλαμβάνονται ως δείγμα αλλαζονείας π.χ «είμαι ο εντιμότερος Πρωθυπουργός».
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν εξίσου σημαντικοί κίνδυνοι. Η αρχική δυναμική ενδέχεται να αποδειχθεί κυρίως αποτέλεσμα υψηλής δημοσιότητας. Αν οι πολίτες δεν διαπιστώσουν ουσιαστική πολιτική ανανέωση, ο ενθουσιασμός μπορεί να εξασθενήσει. Επιπλέον, κάθε νέα πολιτική δύναμη καλείται να αντιμετωπίσει τις αυξημένες προσδοκίες που η ίδια δημιουργεί. Όσο υψηλότερες είναι οι προσδοκίες, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο κίνδυνος απογοήτευσης. Δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί η έντονη πόλωση μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά την προεκλογική περίοδο, η οποία συχνά συμπιέζει τις ενδιάμεσες πολιτικές κινήσεις και δυσκολεύει την αυτόνομη πολιτική ατζέντα.
Το δυσκολότερο έργο της ΕΛ.Α.Σ. δεν είναι να διατηρήσει υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις, αλλά να αποδείξει ότι αποτελεί κόμμα διακυβέρνησης. Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο , με δεδομένο ότι ακόμα φαίνεται σαν να οδεύουμε σε εκλογές με μια μόνο πρόταση εξουσίας, διακυβέρνησης. Αυτό όμως για την ΕΛ.Α.Σ σημαίνει ότι θα χρειαστεί: οργανωτική ανάπτυξη σε ολόκληρη τη χώρα, παραγωγή συνεκτικού κυβερνητικού προγράμματος, στελέχωση με πρόσωπα υψηλής αξιοπιστίας, διατήρηση της εσωτερικής συνοχής, αποφυγή επανάληψης των φαινομένων εσωστρέφειας που χαρακτήρισαν τον προηγούμενο κομματικό φορέα. Δεν μιλάμε για εύκολες υποθέσεις. Για παράδειγμα, αν κάποια στιγμή στο επόμενο διάστημα δείχνει να φρακάρει και να μην συνεχίζει να ανεβαίνει, αυτό θα τροφοδοτήσει προβληματισμό, πιθανές φυγόκεντρες δυνάμεις. Επίσης, η Ε.Λ.Α.Σ θα βρεθεί εν μέσω πυρών που θα προέρχονται από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, αλλά και από αριστερές και κεντροαριστερές δυνάμεις, ιδιαίτερα από αυτές που προέρχονται από τον πάλαι ποτέ κραταιό ΣΥΡΙΖΑ και τώρα βλέπουν εχθρικά τον Α. Τσίπρα.
Η μεγαλύτερη δοκιμασία αρχίζει συνήθως μετά την αρχική δημοσκοπική επιτυχία.
Η μέχρι τώρα πορεία της ΕΛ.Α.Σ. δείχνει ότι η ίδρυσή της δεν αποτέλεσε μια απλή κομματική διάσπαση, αλλά μια ευρύτερη διαδικασία ανασύνθεσης της ελληνικής Κεντροαριστεράς. Το νέο εγχείρημα διαθέτει πραγματική πολιτική δυναμική και δείχνει να απαντά σε υπαρκτές ανάγκες ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν διαθέσεις και όχι τετελεσμένα πολιτικά γεγονότα. Η μονιμοποίηση αυτής της επιρροής θα εξαρτηθεί από το αν η ΕΛ.Α.Σ. κατορθώσει να μετατρέψει την προσωπική δυναμική του ιδρυτή της σε ένα ευρύτερο, θεσμικά οργανωμένο και προγραμματικά πειστικό κόμμα εξουσίας. Αν το πετύχει, ενδέχεται να αναδειχθεί στον κυρίαρχο φορέα της προοδευτικής παράταξης. Αν όχι, η σημερινή ανοδική τάση μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο προϊόν της συγκυρίας παρά μιας μόνιμης πολιτικής αναδιάταξης.
*Ο Zαχαρίας Ζούπης, στέλεχος εταιριών έρευνας αγοράς, δημοσκοπήσεων και επικοινωνίας από την δεκαετία του ‘90, είναι σήμερα Διευθυντής Ερευνών και Στρατηγικής Επικοινωνίας της OPINION POLL. Είχε την ευθύνη του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της επιστημονικής επιμέλειας ερευνητικών προγραμμάτων και στρατηγικής επικοινωνίας. Έχει διεξάγει πολυάριθμες πολιτικές, αυτοδιοικητικές, κοινωνικές, εμπορικές έρευνες και focus groups. Έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα και δύο βιβλία («Εκεί γύρω στα τριάντα», «40+1 άρθρα για την Κεντροαριστερά»).
