Η εικόνα που προέκυψε από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και οι ιδιαίτερα θερμές δημόσιες αναφορές του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς τον Τούρκο πρόεδρο ΡετζέπΤαγίπ Ερντογάν προκάλεσαν εύλογο προβληματισμό στην Ελλάδα. Οι πληροφορίες που κυκλοφορούν για πιθανή επανεξέταση της συμμετοχής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, αν και απέχουν ακόμη από το να θεωρηθούν οριστική απόφαση, δείχνουν ότι στην Ουάσιγκτον εξετάζεται σοβαρά η αναβάθμιση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ο Τραμπ συμπαθεί προσωπικά τον Ερντογάν. Το ερώτημα είναι πώς λειτουργούν οι μεγάλες δυνάμεις και ποια θέση πρέπει να έχει η Ελλάδα σε έναν κόσμο που αλλάζει.
Η απάντηση είναι απλή αλλά συχνά δυσάρεστη: τα κράτη δεν κινούνται με βάση τις συμπάθειες, αλλά με βάση τα συμφέροντά τους. Η Τουρκία παραμένει μια χώρα 85 εκατομμυρίων κατοίκων, με ισχυρή αμυντική βιομηχανία, έλεγχο των Στενών, παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ανεξαρτήτως του ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο, η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο γεωπολιτικό παράγοντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον αγνοεί τις αυταρχικές τάσεις του τουρκικού καθεστώτος ή τον αναθεωρητισμό που εκφράζει συχνά η τουρκική ηγεσία. Σημαίνει όμως ότι σε περιόδους διεθνούς αστάθειας οι μεγάλες δυνάμεις συχνά δίνουν προτεραιότητα στη στρατηγική χρησιμότητα ενός συμμάχου.
Ωστόσο, ας μην βιάζονται κάποιοι. Και το προηγούμενο Σεπτέμβριο πολλοί εκθείαζαν την συνάντηση Τραμπ – Ερντογάν στην Νέα Υόρκη κ. Μητσοτάκη που τον εμφάνιζαν looser, όπως εμφάνιζαν ως απομονωμένη την χώρα μας. Η συνέχειά τους διέψευσε σκληρά. Η πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 παραμένει αβέβαιη. Παρά τις θετικές δηλώσεις του Τραμπ, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά νομικά και πολιτικά εμπόδια λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400 από την Άγκυρα και των σχετικών περιορισμών που έχουν θεσπιστεί από το αμερικανικό Κογκρέσο. Ακόμη και αν ο Λευκός Οίκος επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη, η τελική απόφαση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον πρόεδρο. Οι συσχετισμοί στο Κογκρέσο και οι ενδιάμεσες εκλογές θα παίξουν καθοριστικό ρόλο, καθώς πολλοί βουλευτές και γερουσιαστές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με μεγάλη επιφύλαξη τις στρατηγικές επιλογές της Άγκυρας.
Παράλληλα, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ανεξάρτητα από την ιδεολογική, πολιτική ταυτότητα των Κυβερνήσεών τους (Γερμανία, Μ. Βρετανία, Ισπανία, Ιταλία) προχωρούν ήδη σε εξοπλιστικές συνεργασίες με την Τουρκία. Για πολλούς Έλληνες αυτό μοιάζει αντιφατικό: πώς είναι δυνατόν να χαρακτηρίζεται η Τουρκία αναθεωρητική δύναμη και ταυτόχρονα να της πωλούνται προηγμένα οπλικά συστήματα; Η απάντηση βρίσκεται και πάλι στη λογική των συμφερόντων. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν τη Ρωσία ως τη σημαντικότερη στρατιωτική απειλή για την ήπειρο, επιδιώκουν την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και θεωρούν ότι η Τουρκία, παρά τα προβλήματά της, παραμένει απαραίτητο μέλος του ΝΑΤΟ. Δεν πρόκειται για ηθική αποδοχή των πολιτικών της Άγκυρας. Πρόκειται για μια ψυχρή εκτίμηση κόστους και οφέλους.
Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να κατανοήσουν κάποιοι στην Ελλάδα. Οι διεθνείς σχέσεις δεν λειτουργούν με όρους δικαίου μόνο, ούτε με όρους συναισθηματικής αλληλεγγύης. Λειτουργούν πρωτίστως με όρους ισχύος, συμφερόντων και συμμαχιών. Για τον λόγο αυτόν η χώρα μας οφείλει να διαθέτει μακροχρόνια εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις εκλογικές αναμετρήσεις και τις κομματικές σκοπιμότητες.
Εδώ ανακύπτει το μεγάλο εσωτερικό πολιτικό ζήτημα. Είναι θεμιτό και αναγκαίο να ασκείται κριτική σε κάθε κυβέρνηση. Σε μια δημοκρατία δεν υπάρχουν ζητήματα υπεράνω ελέγχου. Όμως άλλο πράγμα είναι η κριτική και άλλο η μετατροπή των εθνικών θεμάτων σε μόνιμο πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης.
Η συζήτηση για το ηλεκτρικό καλώδιο στην Κάσο, οι επιθέσεις που δέχεται η κυβέρνηση από την αντιπολίτευση ή οι δημόσιες παρεμβάσεις πρώην ανησυχούντων πρωθυπουργών αποτελούν εκδηλώσεις ενός ευρύτερου πολιτικού φαινομένου: της τάσης να ερμηνεύονται ακόμη και τα πιο σύνθετα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής μέσα από το πρίσμα της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι καινούργιο. Υπήρχε σε όλες τις περιόδους της Μεταπολίτευσης και σε όλα τα κόμματα.Οπωσδήποτε κάποιοι τώρα είναι βέβαια σε παροξυσμό λόγω του αντιμητσοτακισμού τους. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι απαράδεκτο να συνεχίζεται.
Ο κόσμος που διαμορφώνεται σήμερα είναι πολύ πιο περίπλοκος από εκείνον των προηγούμενων δεκαετιών. Η επιστροφή της πολιτικής ισχύος, η σύγκρουση ΗΠΑ–Κίνας, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι ενεργειακοί ανταγωνισμοί και η αναβάθμιση περιφερειακών δυνάμεων όπως η Τουρκία δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο τα περιθώρια εθνικών λαθών μειώνονται.
Η Ελλάδα χρειάζεται δημοκρατικό διάλογο, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται και έναν ελάχιστο κοινό εθνικό παρονομαστή. Χρειάζεται συμφωνία στους βασικούς στόχους: ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, αποτρεπτική ικανότητα, διπλωματική αξιοπιστία, ενεργειακή ασφάλεια, σταθερές συμμαχίες και διατήρηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η Κυβέρνηση και ο Κ. Μητσοτάκης έχει κάνει σημαντικά βήματα σ' αυτή την κατεύθυνση. Ποτέ η Ελλάδα δεν ήταν τόσο θωρακισμένη αμυντικά. Ποτέ η χώρα δεν είχε ένα παρόμοιο πλέγμα συμμαχιών σε τέτοιο βαθμό που να ανησυχεί ακόμα και η Τουρκία. Πάνω σε αυτούς τους στόχους μπορούν να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Δεν μπορεί όμως κάθε εθνικό ζήτημα να μετατρέπεται από την αντιπολίτευση σε ευκαιρία μικροκομματικής σύγκρουσης. Το να εμφανίζονται ορισμένοι ως υπερπατριώτες είναι εργαλειοποίηση εθνικών θεμάτων λόγω αδυναμίας να εκφέρουν ένα εναλλακτικό λόγο για άλλα θέματα και συνολικά για το ζήτημα της διακυβέρνησης.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι ούτε ο Τραμπ ούτε ο Ερντογάν. Είναι η ικανότητά της να διαμορφώσει εθνική στρατηγική με την υπεύθυνη στάση και δυνάμεων της αντιπολίτευση που να αντέχει στον χρόνο και στις κυβερνητικές εναλλαγές. Οι χώρες που επιβιώνουν και ισχυροποιούνται σε περιόδους μεγάλων γεωπολιτικών ανακατατάξεων είναι εκείνες που καταφέρνουν να συνδυάσουν τον δημοκρατικό πλουραλισμό με τη στρατηγική συνέχεια.
Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο αβέβαιος, η εθνική συνεννόηση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας. Ας το καταλάβουν επιτέλους κάποιοι.
*Ο Zαχαρίας Ζούπης, στέλεχος εταιριών έρευνας αγοράς, δημοσκοπήσεων και επικοινωνίας από την δεκαετία του ‘90, είναι σήμερα Διευθυντής Ερευνών και Στρατηγικής Επικοινωνίας της OPINION POLL. Είχε την ευθύνη του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της επιστημονικής επιμέλειας ερευνητικών προγραμμάτων και στρατηγικής επικοινωνίας. Έχει διεξάγει πολυάριθμες πολιτικές, αυτοδιοικητικές, κοινωνικές, εμπορικές έρευνες και focus groups. Έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα και δύο βιβλία («Εκεί γύρω στα τριάντα», «40+1 άρθρα για την Κεντροαριστερά»).
