Η πολιτική ιστορία διδάσκει ότι τα νέα κόμματα δεν κρίνονται όταν εμφανίζονται, αλλά όταν τελειώνει ο μήνας του ενθουσιασμού. Και αυτή ακριβώς είναι η φάση στην οποία φαίνεται να έχει εισέλθει η «Ελπίδα» της Μαρίας Καρυστιανού. Η εντυπωσιακή εκκίνηση του νέου πολιτικού φορέα αιφνιδίασε. Δημοσκοπήσεις του Ιουνίου εμφάνισαν το κόμμα με διψήφια ποσοστά 11%-12.5%, ενώ σε αρκετές μετρήσεις έφθανε να διεκδικεί ακόμη και την τρίτη θέση.
Στο πρώτο κύμα δημοσκοπήσεων μετά την ίδρυση των νέων κομμάτων απείχε μόλις 0.3% του ΠΑΣΟΚ, αν δούμε τον μέσο όρο. Για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, ένα κόμμα με αρχηγό ένα πρόσωπο χωρίς προηγούμενη πολιτική δραστηριότητα, χωρίς κοινοβουλευτική παρουσία, με ασαφή ομάδα κρούσης και χωρίς κομματικό μηχανισμό έδειχνε ικανό να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο.
Ωστόσο, οι τελευταίες έρευνες καταγράφουν μια διαφορετική εικόνα. Η «Ελπίδα» υποχωρεί κατά δύο έως τρεις ποσοστιαίες μονάδες, σταθεροποιούμενη πλέον σε επίπεδα αισθητά χαμηλότερα από το αρχικό δημοσκοπικό κύμα. Ας μην βιαζόμαστε. Δεν πρόκειται για κατάρρευση. Πρόκειται όμως για την πρώτη σοβαρή ένδειξη ότι η πολιτική αγορά αρχίζει να αξιολογεί το νέο κόμμα με διαφορετικά κριτήρια.
Η αρχική δυναμική εμφάνιση δεν ήταν τυχαία. Η Μαρία Καρυστιανού διαθέτει ένα ιδιαίτερα ισχυρό ηθικό και συμβολικό κεφάλαιο. Για χιλιάδες πολίτες προσωποποιεί την απαίτηση για δικαιοσύνη, λογοδοσία και σύγκρουση με ένα πολιτικό σύστημα που θεωρούν ότι απέτυχε. Αυτή η συμβολική υπεροχή της επέτρεψε να προσελκύσει ψηφοφόρους από σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.Τώρα όμως είναι αρχηγός κόμματος και αυτά δεν αρκούν.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ιδιαιτερότητα της «Ελπίδας». Το εν δυνάμει εκλογικό της ακροατήριο δεν συγκροτείται γύρω από μια κοινή ιδεολογία. Συγκροτείται γύρω από μια κοινή δυσαρέσκεια. Συναντώνται πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, της ΠΛΕΥΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ του ΠΑΣΟΚ, της Νέας Δημοκρατίας, της ΝΙΚΗΣ, της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ, μικρότερων κομμάτων αλλά και πολίτες που είχαν απομακρυνθεί πλήρως από τις κάλπες.
Η συγκολλητική ουσία δεν είναι ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης αλλά η ανάγκη πολιτικής τιμωρίας του υπάρχοντος συστήματος.Αυτό ακριβώς, όμως, δημιουργεί και το μεγαλύτερο πρόβλημα. Όσο η Μαρία Καρυστιανού και το κόμμα της λειτουργούσαν ως σύμβολα διαμαρτυρίας, μπορούσαν να συσπειρώνουν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Από τη στιγμή που διεκδικεί σταθερή πολιτική παρουσία, η συζήτηση αλλάζει. Οι πολίτες ζητούν απαντήσεις για την οικονομία, τη φορολογία, το μεταναστευτικό, την εξωτερική πολιτική, το κράτος και την ανάπτυξη. Εκεί η επίκληση ηθικής υπεροχής από μόνη της δεν αρκεί.
Η απώλεια των πρώτων μονάδων πιθανότατα αντανακλά ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Το στοιχείο της έκπληξης εξαντλήθηκε. Η συναισθηματική ταύτιση υποχωρεί και τη θέση της παίρνει η πολιτική αξιολόγηση. Παράλληλα, η έντονη πολυσυλλεκτικότητα που αρχικά αποτέλεσε συγκριτικό πλεονέκτημα αρχίζει να δημιουργεί ερωτήματα για την ιδεολογική συνοχή και την πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος.Η πραγματική μάχη, επομένως, δεν θα δοθεί στις δημοσκοπήσεις του καλοκαιριού αλλά τους επόμενους μήνες. Η «Ελπίδα» καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να εξελιχθεί από κίνημα διαμαρτυρίας σε ολοκληρωμένη πολιτική δύναμη.
Να παρουσιάσει πρόγραμμα, να αναδείξει στελέχη που θα εκπέμπουν το στοιχείο της πολυσυλλεκτικότητας και όχι μια μονόπαντη ιδεολογική κατεύθυνση, να αποφύγει τις εσωτερικές αντιφάσεις και να πείσει ότι δεν αποτελεί ένα προσωποκεντρικό εγχείρημα. Να αποδείξει ότι μπορεί να εκφέρει ένα συνολικό πολιτικό λόγο με προτάσεις που περιμένει η κοινωνία και δεν περιορίζεται σε δηλώσεις «ατάκες», εγκλωβισμένη σε ένα στενό κύκλο ατόμων, χωρίς στρατηγική, επικοινωνιακά και πολιτική παρέμβαση. Έχει δεν να αντιμετωπίσει και ένα ακόμα πρόβλημα.
Οι πολιτικοί της αντίπαλοι είδαν τις πρώτες και δεύτερες δημοσκοπήσεις. Ξέρουν τα συν και τα πολλά πλην αυτού του κόμματος, το έχουν διαβάσει και θα διεκδικήσουν πίσω τυχόν απώλειές τους όπως ήδη κάνει με επιτυχία ο Κ. Βελόπουλος. Ταυτόχρονα η εμφάνιση του Κόμματος Σαμαρά, σύμφωνα με όλες τις αναλύσεις, μπορεί να της επιφέρει σημαντικό πλήγμα.
Η εξέλιξη της ΕΛΠΙΔΑΣ ενδιαφέρει συνολικά το πολιτικό σύστημα. Εάν η Καρυστιανού καταφέρει να διατηρήσει ένα σημαντικό μέρος της σημερινής επιρροής της, θα παγιώσει έναν νέο πόλο που θα αντλεί δυνάμεις κυρίως από τη δεξαμενή της αντισυστημικής ψήφου και της απογοήτευσης απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα.
Αν όμως η υποχώρηση συνεχιστεί, θα επιβεβαιωθεί ένα γνώριμο μοτίβο της μεταπολιτευτικής πολιτικής: τα κόμματα που γεννιούνται πάνω σε ένα ισχυρό κοινωνικό γεγονός δυσκολεύονται να επιβιώσουν όταν το συναίσθημα παραχωρεί τη θέση του στην καθημερινή πολιτική. Το σίγουρο είναι ότι αυτή την ώρα φαίνεται να έχει χάσει το μομέντουμ και αυτό δυσκολεύει τα βήματα το επόμενο διάστημα.
Το επόμενο διάστημα, επομένως, δεν θα κρίνει απλώς τα ποσοστά της «Ελπίδας». Θα κρίνει αν η Μαρία Καρυστιανού μπορεί να μετατρέψει ένα ισχυρό κοινωνικό σύμβολο σε έναν διαρκή πολιτικό πρωταγωνιστή ή αν η δυναμική δημοσκοπική εκκίνηση θα καταγραφεί τελικά ως μια σύντομη έκρηξη της συγκυρίας.
Όλα θα γίνουν πολύ γρήγορα με δεδομένο ότι έχουμε εισέλθει στην τελική ευθεία προς τις εκλογές και ο πολίτες δεν μπορούν να περιμένουν. Έχουν πια πολλές επιλογές ή μπορεί και αν απέχουν. Δεν μπορούν να περιμένουν πότε ένας / μία αρχηγός ή ένα κόμμα θα αντιμετωπίσει τις αδυναμίες, ανεπάρκειες, ολιγωρίες.
*Ο Zαχαρίας Ζούπης, στέλεχος εταιριών έρευνας αγοράς, δημοσκοπήσεων και επικοινωνίας από την δεκαετία του ‘90, είναι σήμερα Διευθυντής Ερευνών και Στρατηγικής Επικοινωνίας της OPINION POLL. Είχε την ευθύνη του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της επιστημονικής επιμέλειας ερευνητικών προγραμμάτων και στρατηγικής επικοινωνίας. Έχει διεξάγει πολυάριθμες πολιτικές, αυτοδιοικητικές, κοινωνικές, εμπορικές έρευνες και focus groups. Έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα και δύο βιβλία («Εκεί γύρω στα τριάντα», «40+1 άρθρα για την Κεντροαριστερά»).
