Αυλαία για τις δημοσκοπήσεις: Η άνοδος της ΝΔ, η παγίωση της ΕΛ.Α.Σ. στη δεύτερη θέση και η δεξαμενή του 45%
shutterstock
shutterstock

Αυλαία για τις δημοσκοπήσεις: Η άνοδος της ΝΔ, η παγίωση της ΕΛ.Α.Σ. στη δεύτερη θέση και η δεξαμενή του 45%

Δύο μήνες μετά την εμφάνιση των νέων κομμάτων στο πολιτικό σκηνικό, η εικόνα των δημοσκοπήσεων, που ρίχνουν αυλαία έως τον Σεπτέμβριο, δείχνει να διαμορφώνεται σε μια νέα βάση, που «παγιώνει» μια συγκεκριμένη τάση, με την πρωτοκαθεδρία της ΝΔ να παραμένει, αλλά μακριά από τον στόχο της αυτοδυναμίας, με ποσοστά πέριξ του 30% και την ΕΛ.Α.Σ. να καθιερώνεται στη δεύτερη θέση, σε μια απόσταση γύρω στις 13 ποσοστιαίες μονάδες, αφήνοντας το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη, με πτωτική τάση.

Η έρευνα της GPO για το iefimerida, αποτυπώνει στην εκτίμηση ψήφου τη ΝΔ στο 29,3%, την ΕΛ.Α.Σ. στο 16,6% και το ΠΑΣΟΚ στο10,8%. Ακολουθούν Ελληνική Λύση και ΚΚΕ με 9,1%, Ελπίδα για τη Δημοκρατία με 7,0%, Πλεύση Ελευθερίας με 4,6%, Φωνή Λογικής με 3,2%, Νίκη και ΜέΡΑ25 με 1,7% και ΣΥΡΙΖΑ με 1,6%, ενώ άλλο κόμμα απαντά το 5,3%.

Για το κυβερνητικό επιτελείο το ζητούμενο είναι τα ευρήματα των μετρήσεων, που καταδεικνύουν τα περιθώρια «διεύρυνσης» της εκλογικής της βάσης. Η τελευταία δημοσκόπηση της Pulse αποτύπωσε ένα ποσοστό της τάξεως του 45% που δηλώνει ότι επιθυμεί από τις επερχόμενες εθνικές εκλογές να προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ένα ποσοστό που αυτομάτως μπαίνει στο «μικροσκόπιο» του Μεγάρου Μαξίμου, με δεδομένο ότι από όλες τις μετρήσεις το μοναδικό κόμμα, που, αυτή την ώρα, μπορεί να θεωρεί εφικτό τον στόχο κατάκτησης της εξουσίας με αυτοδυναμία, είναι η ΝΔ και αξιολογείται ως μια «δεξαμενή» του εκλογικού σώματος που «ακούει» το διακύβευμα της πολιτικής σταθερότητας και κυρίως, ταυτίζει την σταθερότητα με μια μονοκομματική κυβέρνηση.

Είναι σαφές ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των ψηφοφόρων, αυτή την ώρα, δεν δηλώνουν την στήριξή τους στην κυβερνητική παράταξη και είτε βρίσκονται στην αδιευκρίνιστη ψήφο, είτε απαντούν στις δημοσκοπήσεις με στήριξη αντισυστημικών κομμάτων, προκειμένου να στείλουν ένα σαφές μήνυμα, αν υπολογίσει κανείς ότι η συσπείρωση της ΝΔ δεν ξεπερνά το 75%.

Το Μέγαρο Μαξίμου θα επαναφέρει με ένταση όσο πλησιάζει η ώρα της επίσημης έναρξης της προεκλογικής περιόδου, το δίλημμα περί κυβερνησιμότητας ή «περιπετειών» για τη χώρα, εκτιμώντας ότι την κρίσιμη ώρα η απάντηση των ψηφοφόρων στο δίλημμα αυτό θα καθορίσει και την ψήφο τους. Πολύ περισσότερο όταν το νέο δίπολο που διαμορφώνεται φέρνει απέναντι από τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα, θέτοντας με μεγαλύτερη έμφαση το διακύβευμα της κάλπης. 

Σε αυτή τη βάση διαμορφώνονται οι επόμενες κινήσεις του Μεγάρου Μαξίμου και της Πειραιώς, που στην αιχμή τους θα έχουν την επικοινωνία του κυβερνητικού έργου και τις δεσμεύσεις για την επόμενη τετραετία, ως συνέχεια όσων έχουν επιτευχθεί έως σήμερα, σε ένα μπαράζ περιοδειών του Κυριάκου Μητσοτάκη και των κυβερνητικών και κομματικών στελεχών.

Με δεδομένο ότι σχεδόν 7 στους 10 δηλώνουν στην έρευνα της GPO, ότι την ψήφο τους στις επόμενες εκλογές θα επηρεάσουν τα ζητήματα της οικονομίας και της ακρίβειας, σχεδόν οι μισοί αναδεικνύουν τα θέματα διαφθοράς και κράτους δικαίου και 4 στους 10 σημειώνουν τα κοινωνικά ζητήματα, όπως η υγεία, η παιδεία και η στέγαση, η κυβέρνηση καλείται να διαμορφώσει και την ατζέντα που θα οδηγήσει σε συγκριτικό πλεονέκτημα για εκείνη και σε συσπείρωση των δυνάμεών της.

Στο κυβερνητικό επιτελείο «μετρούν» ότι κυρίως στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και της οικονομίας, το προβάδισμα της ΝΔ ανάμεσα στα κόμματα που οι πολίτες απαντούν αν θα εμπιστεύονταν για την διαχείριση τους, είναι ξεκάθαρο. Το 39,2% απαντά ότι εμπιστεύεται την κυβέρνηση για την εξωτερική πολιτική, έναντι 18,1% που επιλέγει την ΕΛ.Α.Σ. και 12,3% το ΠΑΣΟΚ, ενώ για την οικονομία το 32,3% επιλέγει τη ΝΔ έναντι 21,2% που απαντά την ΕΛ.Α.Σ. και 13,3% το ΠΑΣΟΚ. Τη ΝΔ επιλέγει η πλειοψηφία και για την ενίσχυση της μεσαίας τάξης και την αντιμετώπιση της ακρίβειας, ενώ η ΕΛΑΣ προηγείται στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και την αντιμετώπιση της διαφθοράς.

Στην κυβερνητική ατζέντα, η «αναζωπύρωση» της σύγκρουσης με τον Αλέξη Τσίπρα, με την υπενθύμιση των πεπραγμένων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και της πρωθυπουργίας του, αποτελεί ένα πεδίο πάνω στο οποίο «χτίζεται» η κυβερνητική στρατηγική απέναντι στην ΕΛ.Α.Σ. Δεύτερο κεφάλαιο, η οικονομία, όπου παρά το γεγονός ότι η ακρίβεια αποτελεί για τους 9 στους 10 σύμφωνα με όλες τις έρευνες, το μεγαλύτερο πρόβλημα, αποτελεί, επίσης, ένα τομέα στον οποίο κρίνεται ότι μπορεί να κέρδισε «στα σημεία», αποδομώντας καταρχάς, τις εξαγγελίες της αντιπολίτευσης, όπως για παράδειγμα του ΠΑΣΟΚ για την 13η σύνταξη και προτάσσοντας συγκεκριμένες πολιτικές παρεμβάσεις, με απτό αποτέλεσμα, όπως αυτή στις τιμές των καυσίμων, η συμφωνία με τους παράγοντες της αγοράς και αποκορύφωμα οι επικείμενες ανακοινώσεις του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, που θα οδηγήσουν ταυτόχρονα σε ενίσχυση των εισοδημάτων, αλλά και την διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας για την χώρα.

Προνομιακό πεδίο για την κυβέρνηση και τα αποτελέσματα που φέρνει η πολιτική της στην ασφάλεια και τη νομιμότητα, με τις τελευταίες εξελίξεις με την σύλληψη υπόπτων για τις εμπρηστικές φονικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη και για την Marfin, να προτεραιοποιούν για το Μέγαρο Μαξίμου μια θεματική, αυτή της τρομοκρατίας, που ειδικά για τον χώρο της κεντροδεξιάς, αποτελεί μείζονα αναφορά. Στην κυβερνητική ατζέντα θα παραμείνουν με εμφατικό τρόπο οι παρεμβάσεις σε τομείς της καθημερινότητας, που αφορούν από την υγεία έως τα μεγάλα έργα, δίνοντας βάρος ειδικά στην περιφέρεια.

Όσο πλησιάζει η ώρα της κάλπης, το Μέγαρο Μαξίμου θα θέτει επί τάπητος το τοπίο που το αποτέλεσμα της κάλπης θα διαμορφώσει την επόμενη ημέρα των εκλογών, με κυβερνητικά στελέχη να επισημαίνουν ότι οι απαντήσεις των ερωτηθέντων στις δημοσκοπήσεις, σήμερα, δίνονται σε «νεκρό» πολιτικό χρόνο, ενώ στην προεκλογική περίοδο οι πολίτες θα πρέπει τελικά να επιλέξουν το «σενάριο» όχι της Κυριακής των εκλογών, αλλά της Δευτέρας, δηλαδή ποιος τελικά θα αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας.

Η άρνηση του ΠΑΣΟΚ σε οποιοδήποτε σενάριο συνεργασίας, μετατρέπεται από τη ΝΔ σε βασική παράμετρο, που ενισχύει κατά κάποιο τρόπο, το διακύβευμα που η κυβέρνηση θέτει, στη βάση της αυτοδυναμίας και της στρατηγική της μιας κάλπης, με στόχο, την κρίσιμη στιγμή να «επαναπατριστούν» στον χώρο της ΝΔ ψηφοφόροι, που σήμερα εμφανίζονται διατεθειμένοι να στηρίξουν άλλους κομματικούς σχηματισμούς, όπως για παράδειγμα ένα ενδεχόμενο κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Άλλωστε, το ποσοστό δυνητικής ψήφου για το κόμμα του πρώην πρωθυπουργού, που με βάση τη μέτρηση της GPO φτάνει το 4,6%, μέρος του οποίου προέρχεται από ψηφοφόρους της ΝΔ, θα μπορούσε να είναι κομβικό στην τελική ευθεία.