Μια υπόθεση που αναδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το θεσμικό κενό γύρω από τα κρυπτονομίσματα στην Ελλάδα εξετάστηκε από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα για το πώς αντιμετωπίζονται φορολογικά τα κέρδη από crypto.
Πρωταγωνιστής είναι φορολογούμενος ο οποίος, όπως προκύπτει από τα στοιχεία, είχε πραγματοποιήσει τα προηγούμενα χρόνια ιδιαίτερα κερδοφόρες συναλλαγές σε κρυπτονομίσματα – κυρίως σε bitcoin – εμφανίζοντας συνολικά κέρδη ύψους 3,14 εκατ. ευρώ. Όταν όμως ήρθε η ώρα να αξιοποιήσει αυτά τα ποσά ως «ανάλωση κεφαλαίου» για να καλύψει τεκμήρια διαβίωσης, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια απρόσμενη άρνηση: η φορολογική διοίκηση δεν αναγνώρισε ούτε καν το ποσό των 21.000 ευρώ που είχε δηλώσει για την κάλυψη των τεκμηρίων.
Η δήλωση του 2023 και ο κωδικός 787
Η υπόθεση αφορά το φορολογικό έτος 2023. Ο φορολογούμενος δήλωσε 21.000 ευρώ στον κωδικό 787 του Ε1, δηλαδή στον κωδικό που αφορά «ανάλωση κεφαλαίου που έχει ήδη φορολογηθεί ή απαλλάσσεται από τον φόρο», προκειμένου να καλύψει τεκμήρια διαβίωσης.
Για να στηρίξει τη δήλωσή του, κατέθεσε δικαιολογητικά, από τα οποία – σύμφωνα με τον έλεγχο – προέκυπτε ότι το κεφάλαιο που επικαλούνταν προερχόταν από δύο μεγάλα ποσά που είχαν δηλωθεί σε προηγούμενα έτη ως εισόδημα από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων:
- 1.741.826,17 ευρώ, δηλωθέν στο φορολογικό έτος 2017
- 1.402.320,81 ευρώ, δηλωθέν στο φορολογικό έτος 2021
Συνολικά, δηλαδή, εμφανίζονταν κέρδη 3.144.146,98 ευρώ από crypto.
Γιατί δεν έγιναν δεκτά τα 3,14 εκατ. ευρώ
Παρά το ύψος των ποσών, η αρμόδια ΔΟΥ απέρριψε την επίκληση ανάλωσης κεφαλαίου, ενώ το ίδιο συνέβη και στη συνέχεια στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, στην οποία προσέφυγε ο φορολογούμενος.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, το βασικό επιχείρημα είναι ότι το εισόδημα από μεταβίβαση κρυπτονομισμάτων – ειδικά όταν αφορά συναλλαγές μέσω εξωτερικού – δεν εμπίπτει στις προβλέψεις των άρθρων του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ). Με απλά λόγια, τα crypto δεν έχουν ενταχθεί ρητά στις κατηγορίες εισοδήματος που αναγνωρίζει ο ΚΦΕ.
Αυτό οδηγεί σε μια παράδοξη πραγματικότητα: ένας φορολογούμενος μπορεί να έχει δηλώσει ποσά που προκύπτουν από κρυπτονομίσματα, να τα έχει εμφανίσει σε κωδικούς της δήλωσης, να τα έχει σε ψηφιακό πορτοφόλι ή ακόμη και σε τραπεζικό λογαριασμό, αλλά η φορολογική διοίκηση να μην τα αποδέχεται ως κεφάλαιο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη τεκμηρίων.
Το δεύτερο «αγκάθι»: ανεπαρκής τεκμηρίωση
Πέρα από το θεσμικό κενό, στην απόφαση επισημαίνεται και ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο: τα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν κρίθηκαν επαρκή για να τεκμηριώσουν με σαφήνεια το εισόδημα και την υπεραξία.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι δεν αποδεικνύονται με πληρότητα:
- η φύση και το ύψος του εισοδήματος
- η προέλευση και ο χρόνος κατάθεσης του επενδεδυμένου κεφαλαίου
- ο χρόνος ρευστοποίησης
- το ύψος της υπεραξίας
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν η φορολογική διοίκηση δεχόταν θεωρητικά τη δυνατότητα επίκλησης κερδών από crypto, η υπόθεση «κόλλησε» και στο ζήτημα της απόδειξης: η αλυσίδα τεκμηρίωσης (από την αρχική επένδυση μέχρι τη ρευστοποίηση) δεν θεωρήθηκε πλήρης.
Δηλώνουν τα crypto… χωρίς ξεκάθαρο πλαίσιο
Η υπόθεση φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν χιλιάδες φορολογούμενοι στη χώρα: οι επενδυτές κρυπτονομισμάτων δηλώνουν συχνά τα κέρδη τους ουσιαστικά «οικειοθελώς», χωρίς να υπάρχει ένα σαφές, ρητό και πλήρως λειτουργικό πλαίσιο αναγνώρισης από την εφορία.
Στην πράξη, πολλοί φορολογούμενοι επιλέγουν να καταχωρούν:
- την αξία κτήσης και το ποσό πώλησης στους κωδικούς 743 και 781
- την υπεραξία στον κωδικό 865 του Ε1
Στόχος είναι να πληρώσουν φόρο (συνήθως με συντελεστή 15%) ώστε, σε περίπτωση ελέγχου, να μπορούν να δικαιολογήσουν την προέλευση κεφαλαίων. Ωστόσο, όπως δείχνει η συγκεκριμένη περίπτωση, ακόμη και όταν δηλώνονται και φορολογούνται ποσά, αυτό δεν σημαίνει ότι θα γίνουν αποδεκτά για κάλυψη τεκμηρίων ή άλλων τεκμηριωτικών υποχρεώσεων.
Δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση
Αν και το ποσό των 3,14 εκατ. ευρώ είναι εξαιρετικά υψηλό για τα ελληνικά δεδομένα, η ουσία του προβλήματος δεν αφορά μόνο μεγάλους επενδυτές.
Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις όπου φορολογούμενοι προσπάθησαν να καλύψουν τεκμήρια διαβίωσης ή αγορές περιουσιακών στοιχείων (αυτοκίνητα, ακίνητα) επικαλούμενοι κέρδη από crypto, χωρίς να δικαιωθούν. Και αυτό διότι, σε επίπεδο φορολογικής πρακτικής, τα κέρδη αυτά συχνά δεν αντιμετωπίζονται ως αναγνωρίσιμο κεφάλαιο, ακόμη κι όταν έχουν εμφανιστεί στη δήλωση.
Τα δύο σενάρια που εξετάζει το Υπουργείο Οικονομικών
Το θέμα είναι γνωστό στο οικονομικό επιτελείο, το οποίο επιχειρεί να διαμορφώσει ένα πιο σαφές και λειτουργικό πλαίσιο φορολόγησης των κρυπτονομισμάτων στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο τραπέζι βρίσκονται δύο βασικά σενάρια για τη φορολόγηση της υπεραξίας από αγοραπωλησίες crypto:
- Αυτοτελής φορολόγηση της υπεραξίας με συντελεστή 15%
- Πλήρης απαλλαγή της υπεραξίας, με στόχο να δοθεί ισχυρό κίνητρο για οικειοθελή δήλωση ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων
Το νέο πλαίσιο εκτιμάται ότι θα συνδεθεί και με μια σειρά παράλληλων παρεμβάσεων που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη, όπως η αδειοδότηση των παρόχων υπηρεσιών crypto και η ενίσχυση των μηχανισμών εποπτείας των συναλλαγών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προετοιμασία για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κανονισμού MiCA, με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να έχει συγκροτήσει ειδική ομάδα εργασίας, σε συνεργασία με την Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.
