field_kentriki_fotografia
Shutterstock
Shutterstock
Τι θα συμβεί αν «σκάσουν» οι γερμανικές βιομηχανίες

Είναι δυνατόν να καταρρεύσουν ολόκληροι κλάδοι της γερμανικής οικονομίας τους επόμενους μήνες; Πόσο πραγματικός είναι ο κίνδυνος από τη διακοπή λειτουργίας του Nord Stream 1 και την εκτίναξη των τιμών; Ολόκληρη η Ευρώπη και ειδικά η Γερμανία οδεύουν στον χειμώνα με κομμένη την ανάσα καθώς ενώ ο κίνδυνος να υπάρξουν σοβαρές ελλείψεις σε φυσικό αέριο έχει περιοριστεί, μία νέα εκτίναξη των τιμών μπορεί να προκαλέσει οικονομικό χάος.

Το καλό νέο είναι ότι έχει απομακρυνθεί σημαντικά ο κίνδυνος να υπάρξουν απρόσμενες ελλείψεις στην παροχή φυσικού αερίου και άρα να επιβληθεί δελτίο στην κατανάλωση. Επομένως, οι βιομηχανίες μπορούν έως ένα βαθμό να κάνουν προγραμματισμό και να βγάλουν τον χειμώνα. Τον φετινό χειμώνα. Γιατί το 2023 θα είναι μία άλλη χρονιά, πιθανότατα με βαθιά ύφεση που όμως κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποιο θα είναι το γεωπολιτικό τοπίο σε 12 μήνες από σήμερα και άρα πόσο ψηλά θα φτάσουν οι τιμές της ενέργειας. Χαρακτηριστική είναι η πρόβλεψη της Goldman Sachs που κάνει λόγο για 4 διαδοχικά τρίμηνα ύφεσης στη Γερμανία, έως τον Σεπτέμβριο του 2023.

Δεύτερο ή και τρίτο χειμώνα, πάντως, με τέτοια αβεβαιότητα είναι δύσκολο να περάσουν αλώβητες οι ενεργοβόρες – και όχι μόνο - βιομηχανίες. Ακόμη και αν δεν «σκάσουν», είναι πολύ πιθανό να προχωρήσουν σε μαζικές απολύσεις για να συγκρατήσουν το δυσθεώρητο λειτουργικό κόστος και να σώσουν ό,τι μπορούν από την ανταγωνιστικότητά τους στα χρόνια που έρχονται.

Το κακό νέο, λοιπόν, είναι ότι η τελική έκβαση της μάχης για την επιβίωση, που δίνουν οι γερμανικοί κολοσσοί, θα εξαρτηθεί από το πόσο θα διαρκέσουν οι τρελές μεταβολές των τιμών του φυσικού αερίου και του ρεύματος. Σημειώνεται ότι η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής φυσικού αερίου στην Ευρώπη, με 94 δισ. κυβικά μέτρα το χρόνο, με το 1/3 να πηγαίνει στη βιομηχανία. 

Η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, προειδοποίησε χθες ότι αν δεν ληφθούν μέτρα που θα μειώσουν γρήγορα τον πληθωρισμό, τότε ο κόσμος θα βγει στους δρόμους σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η Βουλγάρα δεν εννοούσε τη Γερμανία αλλά κυρίως της υποανάπτυκτες και αναδυόμενες χώρες που δεν παράγουν και εξαρτώνται 100% από τις εισαγωγές ενέργειας και τροφίμων, όμως δεν είναι απίθανο να δούμε τέτοιες σκηνές και στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Αρκεί να σκεφτούμε ότι ένας από τους κλάδους που κινδυνεύει περισσότερο είναι η βιομηχανία χημικών, στην οποία απασχολούνται πάνω από 340 χιλ. εργαζόμενοι.

Δεν είναι όμως μόνο η απειλή του φυσικού αερίου. Παράλληλα με την ενεργειακή κρίση, οι γερμανικές βιομηχανίες καλούνται να αντιμετωπίσουν προκλήσεις όπως η άνοδος των επιτοκίων στις ΗΠΑ και ακόμη πιο σημαντικό, την επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας που αποτελεί έναν από τους κορυφαίους προορισμούς των γερμανικών εξαγωγών.

Όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ για τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της Ευρώπης, οι οποίες ακόμη και αν επιβιώσουν στον βαρύ χειμώνα που έρχεται, είναι δεδομένο ότι θα χάσουν σε ανταγωνιστικότητα έναντι Αμερικανών και Κινέζων ανταγωνιστών και τα επόμενα χρόνια θα είναι εξαιρετικά δύσκολα.

Ας επιστρέψουμε όμως στα προβλήματα των επόμενων μηνών. Οι γερμανικές βιομηχανίες έχουν δει τα μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα και έχουν ήδη προσπαθήσει να μειώσουν την παραγωγή σε βιώσιμα επίπεδα για να ανταπεξέλθουν στην εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου. Παρ’ όλα αυτά, το κλίμα είναι ζοφερό. Σε πρόσφατη έρευνα της γερμανικής ένωσης βιομηχάνων, BDI, το 90% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι η τρομακτική άνοδος των τιμών σε ενέργεια και πρώτες ύλες αποτελεί είτε υπαρξιακό κίνδυνο, είτε σοβαρή απειλή.

Και όσες επιχειρήσεις γλιτώσουν το λουκέτο αναζητούν ήδη εναλλακτικές για το μέλλον τους. Στην ίδια έρευνα, 1 στις 5 επιχειρήσεις δηλώνει ότι εξετάζει το ενδεχόμενο να μεταφέρει την παραγωγή της στο εξωτερικό. Πού; Σε χώρες με καλύτερες συνθήκες, όπως… οι ΗΠΑ. Στην περίπτωση που καταγραφεί κύμα «μετανάστευσης» γερμανικών βιομηχανιών, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αναδειχθούν πολύ εύκολα στον μεγάλο νικητή της ενεργειακής κρίσης.

Ταυτόχρονα, πιθανή αποβιομηχάνιση της Γερμανίας θα προκαλέσει μία πολύ βαθιά και πολυετή οικονομική κρίση που θα οδηγήσει σε φτωχοποίηση ένα μεγάλο μέρος του γερμανικού πληθυσμού.