Προβληματίζουν Γερμανία, Κίνα, τράπεζες των ΗΠΑ
Shutterstock
Shutterstock

Προβληματίζουν Γερμανία, Κίνα, τράπεζες των ΗΠΑ

Αν καταλάβαμε κάτι από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των τεσσάρων αμερικανικών τραπεζών την Παρασκευή είναι ότι έχει ξεκινήσει η επίδραση των υψηλών επιτοκίων στον κλάδο, περιορίζοντας τα καθαρά έσοδα από τόκους -η συγκράτηση των επιτοκίων στις καταθέσεις δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί επ’άπειρον- και ότι ο «λογαριασμός» των τραπεζικών διασώσεων βάρυνε τον τερματισμό του 2023.

Οι τέσσερις από τις έξι μεγάλες τράπεζες που ανακοίνωσαν αποτελέσματα δέχθηκαν πλήγμα στα τριμηνιαία κέρδη τους, καθώς καλούνται να καταβάλουν το μεγαλύτερο μέρος των 16 δισ. δολαρίων για την αναπλήρωση του ταμείου ασφάλισης καταθέσεων της Ομοσπονδιακής Εταιρείας Ασφάλισης Καταθέσεων, το οποίο «άδειασε»πέρυσι μετά την πτώχευση της Silicon Valley Bank και της Signature Bank.

Μια παρατήρηση επίσης που πρέπει να λάβουμε υπόψιν είναι το χαμηλότερο υπόλοιπο καταθέσεων σε κάποιες τράπεζες.

Ας δούμε όμως κάθε τράπεζα ξεχωριστά. Τα καθαρά έσοδα της Bank of America για το τέταρτο τρίμηνο μειώθηκαν περισσότερο από 50% σε σχέση με ένα χρόνο πριν.

Σε επίπεδο κερδοφορίας ο δεύτερος μεγαλύτερος πιστωτικός οργανισμός των ΗΠΑ εμφάνισε καθαρά κέρδη ύψους 3,1 δισ. δολαρίων ή 35 σεντς ανά μετοχή για το τρίμηνο που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου, έναντι 7,1 δισ. δολαρίων ή 85 σεντς ανά μετοχή τον προηγούμενο χρόνο.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 5% στα 13,9 δισ. δολάρια, λόγω του υψηλότερου κόστους καταθέσεων και των χαμηλότερων υπολοίπων καταθέσεων, τα οποία υπεραντιστάθμισαν τις υψηλότερες αποδόσεις των περιουσιακών στοιχείων.

Η BofA επιβαρύνθηκε επίσης με δαπάνες 2,1 δισ. δολαρίων προ φόρων το τέταρτο τρίμηνο για να πληρώσει το τέλος «ειδικής αξιολόγησης» για την αναπλήρωση του ταμείου της Ομοσπονδιακής Εταιρείας Ασφάλισης Καταθέσεων -FDIC-το οποίο συρρικνώθηκε κατά 16 δισ. δολάρια όταν κάλυψε τους καταθέτες των περιφερειακών τραπεζών που κατέρρευσαν το 2023.

Η τράπεζα θα επιβαρυνθεί επίσης με περίπου 1,6 δισ. δολάρια το τέταρτο τρίμηνο, καθώς καταργεί σταδιακά το επιτόκιο αναφοράς Bloomberg που χρησιμοποιείται σε ορισμένες συμβάσεις εμπορικών δανείων. Το ποσό αυτό αναμένεται να αναγνωριστεί πίσω στα έσοδα από τόκους μέχρι το 2026.

Στα συν η πειθαρχία στα έξοδα και οι χαμηλότερες μη πραγματοποιημένες ζημίες από τίτλους που διακρατούνται μέχρι τη λήξη, βοηθούμενη από το ράλι στις αγορές ομολόγων. (σ.σ: Η τράπεζα είχε μη πραγματοποιημένες ζημιές σχεδόν 98 δισ. δολαρίων το τέταρτο τρίμηνο, έναντι ζημιών ύψους 131,6 δισ. δολαρίων το τρίτο τρίμηνο).

Υπενθυμίζουμε ότι η μετοχή της Bank of America σημειώνει πτώση άνω του 1% φέτος, μετά από κέρδη μόλις 1,7% το 2023.

Πολύ καλύτερη η εικόνα για την μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ, τη JPMorgan Chase, αλλά με σαφή προβληματισμούς για τις επιδόσεις της τη νέα χρονιά, ενώ και εδώ το τέταρτο τρίμηνο επιβαρύνθηκε με τις διασώσεις της Silicon Valley Bank και της Signature Bank με το λογαριασμό να φτάνει τα 2,9 δισ. δολάρια.

Η αγορά μάλλον εστίασε στις πανηγυρικές δηλώσεις για το σύνολο του περασμένου έτους, το οποίο ήταν το καλύτερο στην ιστορία για τα συνολικά ετήσια καθαρά κέρδη, που εκτοξεύτηκαν κατά 32% από το 2022, στα 49,6 δισ. δολάρια.

Παρά ταύτα, δεν θα πρέπει να αγνοήσουμε τις ανησυχίες του Διευθύνοντα Συμβούλου, Τζέιμι Ντίμον, για την υποχώρηση στις δραστηριότητες επενδυτικής τραπεζικής, κάτι που θέτει υπο ομηρία τις προοπτικές της τράπεζας, όσο και για την οικονομική αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει τη νέα χρονιά, λόγω «των γεωπολιτικών εντάσεων, της ευάλωτης κατάστασης των προμηθειών ενέργειας και τροφίμων, του επίμονου πληθωρισμού και της άνευ προηγουμένου ποσοτικής σύσφιξης».

Πρόσθεσε μάλιστα ότι οι προσαρμογές της εφοδιαστικής αλυσίδας, οι αυξημένες δαπάνες λόγω της πράσινης οικονομίας, οι υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες, καθώς και οι αυξημένες δαπανες υγειονομικής περίθαλψης μπορεί να οδηγήσουν τον πληθωρισμό σε ποσοστά υψηλότερα από εκείνα που αναμένουν οι αγορές.

Πιο αναλυτικά, η τράπεζα ανέφερε ότι τα κέρδη της αυξήθηκαν κατά 6% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο στα 11,01 δισ. δολάρια ή 3,57 δολάρια ανά μετοχή, ενώ τα έσοδα αυξήθηκαν 17% στα 35,57 δισ. δολάρια.

Τα κέρδη τροφοδοτήθηκαν από την αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους στα 20,3 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας τις εκτιμήσεις, καθώς η τράπεζα είδε τον μέσο όρο των δανείων να αυξάνεται κατά 6%.

Ωστόσο, η τράπεζα δημοσίευσε πρόβλεψη 2,3 δισ. δολαρίων για πιστωτικές ζημίες το τρίμηνο, αύξηση 49% από το τρίτο τρίμηνο καθώς διέθεσε χρήματα για αναμενόμενες αθετήσεις.

Η κακή πορεία στη μονάδα της επενδυτικής τραπεζικής συνεχίστηκε, με τα έσοδα να μειώνονται κατά 57%, ενώ τα έσοδα από συναλλαγές στις αγορές σταθερού εισοδήματος αυξήθηκαν κατά 12%, με τα έσοδα από τις συναλλαγές μετοχών όμως να εμφανίζονται σχετικά σταθερά.

Στα μείον οι δαπάνες, οι οποίες σημείωσαν άλμα 29% στα 24,5 δισ. δολάρια.

Η μετοχή σημείωσε κέρδη 26% πέρυσι ενώ από την αρχή της φετινής χρονιάς καταγράφει απώλειες 1,76%.

Η Citigroup, η τρίτη μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ βάση ενεργητικού, σε αντίθεση με την JPMorgan Chase ανακοίνωσε τα χειρότερα αποτελέσματα της τελευταίας 15ετίας.

Οι ζημιές του τέταρτου τριμήνου ανήλθαν στα 1,8 δισ. δολάρια, ή 1,16 δολάρια ανά μετοχή, έναντι καθαρών κερδών ύψους 2,51 δισ. δολαρίων την ίδια περίοδο ένα χρόνο νωρίτερα.

Υπενθυμίζουμε ότι ο τραπεζικός όμιλος βρίσκεται στη μέση ενός πολυετούς σχεδίου για τον εξορθολογισμό του κόστους, που περιλαμβάνει απλοποίηση της οργανωτικής δομής της Citi εξαλείφοντας τα επίπεδα διαχείρισης.

Ως εκ τούτου, η τράπεζα ανακοίνωσε ότι εως το 2026 θα περικόψει το 10% του εργατικού της δυναμικού, ήτοι πέριξ των 20.000 θέσεων εργασίας.

Με την περικοπή των 20.000 θέσεων εργασίας, η Citi αναμένει να μειώσει τα ετήσια έξοδά της σε 51 έως 53 δισ. δολάρια τα επόμενα χρόνια. Τα έξοδα το 2023 ανήλθαν σε 56,4 δισ. δολάρια, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων από διάφορες εκποιήσεις και του ειδικού τέλους που επέβαλε η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ασφάλισης Καταθέσεων στις τράπεζες μετά την κατάρρευση των περιφερειακών τραπεζών.

Πιο αναλυτικά, τα έσοδα μειώθηκαν κατά 3% σε 17,4 δισ. δολάρια από 18 δισ. δολάρια, με την πρόσφατη υποτίμηση του πέσο της Αργεντινής να εξαφανίζει 880 εκατ. δολάρια από τα έσοδα του πιο πρόσφατου τριμήνου.

Ο τομέας υπηρεσιών της Citi είχε έσοδα 4,5 δισ. δολάρια, αυξημένα κατά 6%, αλλά τα συνολικά έσοδα από τις συναλλαγές μειώθηκαν κατά 19% στα 3,4 δισ. δολάρια. Οι συναλλαγές σε ομόλογα και άλλους τίτλους σταθερού εισοδήματος σημείωσαν πτώση 25%, λόγω κυρίως της Αργεντινής..

Η Citigroup παραμένει η χαμηλότερη αξία μεταξύ των έξι κορυφαίων τραπεζών. To 2023 σημείωσε άνοδο 13,7% ,ενώ από αρχές του έτους έχει απώλειες 0,79%.

Τέλος, η Wells Fargo ανέφερε υψηλότερα τριμηνιαία κέρδη από τα αναμενόμενα -1,26 δολάρια ανά μετοχή ξεπερνώντας τις προσδοκίες των αναλυτών για 1,17 δολάρια- αλλά προειδοποίησε και αυτή για χαμηλότερα έσοδα από τόκους φέτος.

Σύμφωνα με την τράπεζα τα καθαρά έσοδα από τόκους το 2024 θα μπορούσαν να είναι 7% έως 9% χαμηλότερα από ό,τι πριν από ένα χρόνο.

Η Wells Fargo προσπαθεί επίσης να ελέγξει τα κόστη μέσω ενός μεγάλου κύματος απολύσεων-το τέταρτο τρίμηνο ενέγραψε 969 εκατομμύρια δολάρια σε έξοδα απόλυσης- και αναμένει ότι τα ετήσια έξοδα θα μειωθούν κατά 3 δισ. δολάρια από το 2023.

Τα έσοδα το τέταρτο τρίμηνο αυξήθηκαν κατά 2% στα 20,5 δισ. δολάρια.

Η τράπεζα αύξησε τις προβλέψεις της στα 1,28 δισ. δολάρια για να προετοιμαστεί για νέα κόκκινα δάνεια, με τις αυξήσεις στις προβλέψεις για πιστωτικές ζημίες να προέρχονται από δάνεια πιστωτικών καρτών και εμπορικών ακινήτων.

Η μετοχή έκλεισε το 2023 με κέρδη 19,2% ενώ φέτος σημειώνει απώλειες της τάξης του 3,91%.

Η Γερμανία τυπικά και μόνο απέφυγε την ύφεση

Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Γερμανίας μειώθηκε κατά 0,3% μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση, ωστόσο η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αποφεύγει τυπικά τον όρο της ύφεσης –δύο συνεχόμενα τρίμηνα συρρίκνωσης- χάρη στην αναθεώρηση των τριών προηγούμενων μηνών σε 0% από -0,1%.

Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί τη συρρίκνωση της παραγωγής στο τέλος του 2023, ούτε τη βύθιση της ζήτησης.

Η συρρίκνωση του ΑΕΠ το 2023 ήταν της τάξης του 0,3%. Μια κάμψη που θύμισε την εποχή της πανδημίας και έρχεται σε αντίθεση με την επίδοση των άλλων μεγάλων βιομηχανικών οικονομιών.

Η έκθεση του υπουργείου Οικονομίας της Γερμανίας δεν προμηνύει καλύτερη συνέχεια.

Το αντίθετο. Οι τρέχοντες πρώιμοι δείκτες δεν υποδεικνύουν γρήγορη οικονομική ανάκαμψη, παρά το γεγονός ότι αναμένεται μια σχετική βελτίωση στους βασικούς παράγοντες που έχουν πιέσει τη γερμανική οικονομία και είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος, η άνοδος των επιτοκίων και η υποτονική ζήτηση από το εξωτερικό.

Βλέπετε, και για τη γερμανική οικονομία έχει έρθει η ώρα του «λογαριασμού» τόσο για την πρότερη ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, όσο και για την εμπορική εξάρτηση από την Κίνα.

Αν και η χώρα έχει αναγνωρίσει την αναγκαιότητα της διαφοροποίησης, εντούτοις αυτή δεν επιτυγχάνεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Η Γερμανία λοιπόν θα χρειαστεί χρόνο για να επανέλθει στους πρότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Ασθενής και η Κίνα

Η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου προειδοποίησε τη Δευτέρα από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός ότι η Κίνα χρειάζεται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να αποφύγει μια αρκετά σημαντική πτώση των ρυθμών ανάπτυξης.

Η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα επικεντρώθηκε τόσο στις βραχυπρόθεσμες όσο και στις μακροπρόθεσμες προκλήσεις.

Βραχυπρόθεσμα, οι κίνδυνοι προέρχονται από τον τομέα ακινήτων της Κίνας και το υψηλό επίπεδο χρέους της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Μακροπρόθεσμα, οι κίνδυνοι εντοπίζονται στις δημογραφικές αλλαγές και στην απώλεια εμπιστοσύνης.

«Σε τελική ανάλυση, αυτό που χρειάζεται η Κίνα είναι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να συνεχίσει να ανοίγει την οικονομία, να εξισορροπήσει το αναπτυξιακό μοντέλο περισσότερο προς την εγχώρια κατανάλωση, που σημαίνει να δημιουργήσει περισσότερη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, ώστε να ξοδεύουν περισσότερα», είπε χαρακτηριστιά η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα .

Υπενθυμίζουμε ότι το ΔΝΤ μετά την ανακοίνωση των μέτρων στήριξης του Πεκίνου τον Νοέμβριο, αύξησε την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της Κίνας στο 5,4% για το 2023.

Ωστόσο, αναμένει ακόμη η ανάπτυξη να επιβραδυνθεί στο 4,6% το 2024, με τον τομέα των ακινήτων να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ρίσκο.

Aποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, καμία διασφάλιση δε δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.