Οι Έλληνες εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στους πιο ένθερμους χρήστες καρτών στην Ευρωζώνη, καθώς περισσότερες από επτά στις δέκα συναλλαγές χωρίς μετρητά πραγματοποιούνται με κάρτα. Την ίδια ώρα, οι πληρωμές μέσω πάγιων εντολών παραμένουν περιορισμένες, ενώ ενισχύεται σταδιακά η χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικού χρήματος και ψηφιακών πορτοφολιών.
Τα παραπάνω προκύπτουν από τα στοιχεία που δημοσίευσε την Τετάρτη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για τις πληρωμές χωρίς μετρητά κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025.
«Κυρίαρχες» οι πληρωμές με κάρτα στην Ελλάδα, άνοδος για το ηλεκτρονικό χρήμα
Η ΕΚΤ δημοσίευσε και στοιχεία ανά χώρα της Ευρωζώνης, από τα οποία προκύπτει ότι στην Ελλάδα οι πληρωμές με κάρτα εξακολουθούν να κυριαρχούν με σημαντική διαφορά έναντι των υπόλοιπων μέσων πληρωμής. Την ίδια στιγμή, οι πληρωμές με ηλεκτρονικό χρήμα εμφανίζουν τη μεγαλύτερη άνοδο, αν και εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σχετικά μικρό ποσοστό του συνόλου των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Όπως προκύπτει από τα δεδομένα:
- Το 71,5% όλων των συναλλαγών χωρίς μετρητά στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε με κάρτες το δεύτερο εξάμηνο του 2025, ποσοστό που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα της Ευρωζώνης, πίσω μόνο από την Κύπρο (75,2%), την Πορτογαλία (73,9%) και τη Λιθουανία (73,5%). Παρά τη μικρή υποχώρηση κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το δεύτερο εξάμηνο του 2024, η κάρτα παραμένει με μεγάλη διαφορά το κυρίαρχο μέσο ηλεκτρονικών πληρωμών.
- Οι πιστωτικές μεταφορές (credit transfers) αντιστοιχούσαν στο 22,2% των συναλλαγών χωρίς μετρητά, παραμένοντας ουσιαστικά αμετάβλητες σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα (-0,1 ποσοστιαίες μονάδες).
- Οι άμεσες χρεώσεις (direct debits) εξακολουθούν να έχουν εξαιρετικά περιορισμένη χρήση στην Ελλάδα, καθώς αντιπροσωπεύουν μόλις το 1,1% των ηλεκτρονικών συναλλαγών, ποσοστό αμετάβλητο σε σχέση με το δεύτερο εξάμηνο του 2024.
- Οι πληρωμές με ηλεκτρονικό χρήμα (e-money payments) διαμορφώθηκαν στο 4% του συνόλου, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των βασικών μέσων πληρωμής, κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες σε ετήσια βάση.
Πώς «διαχορίζονται» οι ηλεκτρονικές πληρωμές
Οι στατιστικές της ΕΚΤ δεν διαχωρίζουν τις συναλλαγές ανάλογα με το αν ο καταναλωτής χρησιμοποιεί φυσική κάρτα, κινητό ή smartwatch, αλλά με βάση το μέσο πληρωμής.
Έτσι, μια αγορά μέσω Google Wallet, Apple Wallet ή του ψηφιακού πορτοφολιού μιας τράπεζας καταγράφεται ως πληρωμή με κάρτα, εφόσον πραγματοποιείται μέσω Visa ή Mastercard.
Αντίθετα, οι μεταφορές χρημάτων μέσω e-banking ή IRIS καταγράφονται ως πιστωτικές μεταφορές (credit transfers), ενώ οι πληρωμές που γίνονται από λογαριασμούς ηλεκτρονικού χρήματος, όπως το υπόλοιπο ενός PayPal, Revolut ή άλλου αντίστοιχου παρόχου, εντάσσονται στις πληρωμές με ηλεκτρονικό χρήμα (e-money payments).
Τα μεγέθη στην Ευρωζώνη

Με βάση τα στοιχεία της ΕΚΤ:
- Ο συνολικός αριθμός των συναλλαγών χωρίς τη χρήση μετρητών στην Ευρωζώνη ανήλθε σε 83,5 δισ. το δεύτερο εξάμηνο του 2025, αυξημένος κατά 6,9% σε σύγκριση με το δεύτερο εξάμηνο του 2024. Η συνολική αξία των συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 117,8 τρισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 0,8% σε ετήσια βάση.
- Οι πληρωμές με κάρτα αντιστοιχούσαν στο 57% του συνολικού αριθμού των συναλλαγών χωρίς μετρητά κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025. Ακολούθησαν οι πιστωτικές μεταφορές (credit transfers) με 21%, οι άμεσες χρεώσεις (direct debits) με 14% και οι πληρωμές με ηλεκτρονικό χρήμα (e-money payments) με 6%.
- Ο αριθμός των ανέπαφων πληρωμών με κάρτα διαμορφώθηκε σε 32,9 δισ. συναλλαγές, αυξημένος κατά 11,9% σε σχέση με το δεύτερο εξάμηνο του 2024. Η συνολική αξία τους έφτασε τα 0,9 τρισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 12,8% σε ετήσια βάση.
- Στο τέλος του δεύτερου εξαμήνου του 2025 κυκλοφορούσαν στην Ευρωζώνη 872,7 εκατ. κάρτες πληρωμών, αριθμός αυξημένος κατά 7,3% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Αυτό αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε 2,5 κάρτες πληρωμών ανά κάτοικο της Ευρωζώνης, ενώ η μέση αξία κάθε πληρωμής με κάρτα διαμορφώθηκε περίπου στα 39 ευρώ.
- Τα συστήματα λιανικών πληρωμών (retail payment systems) της Ευρωζώνης επεξεργάστηκαν περίπου 60,1 δισ. συναλλαγές κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025, συνολικής αξίας 27,9 τρισ. ευρώ.
