Ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται σε μια νέα και πιο σύνθετη φάση. Οι επιθέσεις φτάνουν βαθύτερα στο ρωσικό έδαφος, τα drones αλλάζουν τις ισορροπίες στο πεδίο και η Μόσχα δέχεται αυξανόμενες στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές πιέσεις. Την ίδια ώρα, η Ευρώπη ενισχύει την άμυνά της και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν διέξοδο από μια σύγκρουση χωρίς ορατό τέλος.
Ο Αθανάσιος Μποζίνης, καθηγητής Ψηφιακών Διεθνών Σχέσεων και Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, αναλύει στο Liberal τα λάθη της Ρωσίας, τη νέα τεχνολογική διάσταση του πολέμου, τις πιέσεις προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τα μεγάλα εμπόδια για μια συμφωνία ειρήνης.
Συνέντευξη στον Γιώργο Νόκο
Κύριε καθηγητά, υπάρχει πλέον μια δεδομένη, δύσκολη κατάσταση για τη Ρωσία, η οποία βλέπει τις επιθέσεις να αγγίζουν ακόμη και μεγάλες πόλεις της, όπως η Αγία Πετρούπολη. Τόσα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, τι έχει πάει τόσο λάθος για τη Ρωσία;
Νομίζω ότι η Ρωσία δεν είχε υπολογίσει σωστά το ενδεχόμενο να εμπλακεί σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο. Δεν διέθετε μια πολεμικά προετοιμασμένη βιομηχανία. Επίσης, ένα πολύ μεγάλο λάθος του Πούτιν ήταν ότι δεν είχε υπολογίσει σοβαρά την οικονομική, τεχνολογική και στρατηγική υποστήριξη που θα παρείχαν στην Ουκρανία η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ.
Βέβαια, όσον αφορά τις ΗΠΑ, τα πράγματα είναι κάπως πιο περιορισμένα, διότι ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί αρκετά καλές σχέσεις με τον ίδιο τον Πούτιν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, πάντως, συνεχίζει τη στήριξη και, όπως είδαμε τελευταία και στο ΝΑΤΟ, η Ουκρανία αναμένεται να λάβει περίπου 60 έως 70 δισ. ευρώ, τουλάχιστον για την περίοδο 2026-2027, ως οικονομική βοήθεια για στρατηγικές ανάγκες.
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα είναι ότι, μέσα από τον πόλεμο, η Ουκρανία δημιούργησε μια τεράστια στρατιωτική βιομηχανία. Όχι μόνο έχουν δημιουργηθεί νέες εταιρείες και νέες τεχνολογίες, αλλά έχει αξιοποιηθεί και η συνεργασία με ξένες χώρες, ώστε να αναπτυχθούν νέα οπλικά συστήματα.
Πλέον μιλάμε για πόλεμο των drones και για πόλεμο αυτόνομων συστημάτων, απέναντι στα οποία η Ρωσία δεν έχει ακόμη βρει αποτελεσματική απάντηση. Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα. Και όσο περισσότερο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο η Ουκρανία θα εξελίσσει τα όπλα της και θα μπορεί να πλήττει στόχους βαθύτερα εντός της Ρωσίας και με μεγαλύτερο βεληνεκές.
Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα που πρέπει να λύσει. Πλέον, το κεντρικό ζήτημα στον πόλεμο είναι η μείωση του κόστους και η αντοχή της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Ας δούμε το ζήτημα και από την πλευρά της Ρωσίας. Υπάρχουν αναλύσεις και εκτιμήσεις σύμφωνα με τις οποίες η επιθετικότητα που εκφράζει προς γειτονικές χώρες είναι αποτέλεσμα της δυσχερούς θέσης της απέναντι στην Ουκρανία. Εσείς τι πιστεύετε;
Δεν είμαι τόσο βέβαιος ότι η ίδια η Ρωσία θέλει να επεκτείνει την επιθετικότητά της απέναντι σε άλλες χώρες, όπως η Πολωνία ή κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, τα οποία έχουν ήδη καταστήσει σαφές ότι, αν υπάρξει πρόβλημα με τη Συμμαχία, θα επικαλεστούν το άρθρο 5 της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Τότε θα υπάρξουν πολύ σοβαρά προβλήματα.
Όσον αφορά το drone που καταρρίφθηκε προχθές από F-16, αν δεν κάνω λάθος, και έπεσε σε μη κατοικημένη περιοχή, έχω τρεις διαφορετικές εκτιμήσεις. Η πρώτη είναι ότι πιθανότατα επρόκειτο πράγματι για ενέργεια της Ρωσίας, η οποία στέλνει drones σε τέτοιες περιοχές για να δείξει στη διεθνή κοινότητα ότι ο πόλεμος μπορεί να επεκταθεί γεωγραφικά και, ενδεχομένως, για να ελέγξει την αεράμυνα και την ανταπόκρισή της σε πιθανές απειλές.
Η δεύτερη εκτίμηση είναι ότι μπορεί να πρόκειται για προβοκάτσια από οποιονδήποτε, με τη χρήση drones. Δεν γνωρίζουμε αν είναι πράγματι ρωσικά, αν είναι τύπου ιρανικών Shahed ή αν πρόκειται για συστήματα που χρησιμοποιούν οι Ρώσοι, με στόχο να κατηγορηθεί και πάλι η ίδια η Ρωσία.
Πρόσφατα είχε πέσει ένα drone, νομίζω, σε κάποια άλλη χώρα, και οι ίδιοι οι Ουκρανοί αποδέχθηκαν ότι ήταν δικό τους. Είχαν εξηγήσει ότι αυτό συνέβη λόγω των ρωσικών αντίμετρων ηλεκτρονικού πολέμου, τα οποία παρεμβάλλουν το GPS, με αποτέλεσμα τα drones να φεύγουν εκτός πορείας.

Η τρίτη και σημαντικότερη εκτίμηση, για μένα, αφορά αυτόνομες ομάδες που χτυπούν παντού, χωρίς ενιαίο κέντρο καθοδήγησης, και προσπαθούν να ρίξουν λάδι στη φωτιά, όπως λέμε, προκειμένου να δημιουργήσουν προβλήματα για τη Ρωσία, στο πλαίσιο του υβριδικού πολέμου και του πολέμου δι’ αντιπροσώπων.
Επομένως, πρέπει να εξετάσουμε και τις τρεις αυτές εκδοχές. Δεν είναι η πρώτη φορά. Νομίζω ότι και τον χειμώνα του 2025, αν θυμάμαι καλά, γύρω στον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο, υπήρξαν ξανά drones που κατευθύνθηκαν προς την Πολωνία. Κάποια καταρρίφθηκαν και κάποια έπεσαν.
Η Βορειοατλαντική Συμμαχία βρίσκεται σε επιφυλακή. Νομίζω, πάντως, ότι δεν θα συνέφερε τη Ρωσία να δημιουργήσει εκουσίως, δηλαδή επισήμως, μια νέα κατάσταση που θα επέκτεινε τον πόλεμο σε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ.
Η Ευρώπη, ως Ευρωπαϊκή Ένωση και ως ενιαίος ευρωπαϊκός αμυντικός χώρος, στον βαθμό που μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε έτσι, πρέπει να φοβάται, εντός ή εκτός εισαγωγικών, τη ρωσική επιθετικότητα ή ενδεχομένως μια σπασμωδική αντίδραση;
Από τη στιγμή που ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, η Ευρώπη έχει μπει σε μια βαθιά μελέτη της νέας γεωγραφίας, όπως λέω εγώ, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο έχουν κατανεμηθεί οι στρατηγικές δυνάμεις.
Η Ευρώπη διαθέτει ουσιαστικά μόνο δύο πυρηνικές δυνάμεις, τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία. Έχει φοβηθεί, ή καλύτερα έχει θορυβηθεί, ως ήπια δύναμη απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα. Από την άλλη, όμως, έχει λάβει σοβαρές αποφάσεις, όπως είδαμε και στην Άγκυρα, στη σύνοδο του ΝΑΤΟ.
Μετά και τις πιέσεις των ΗΠΑ, τα ευρωπαϊκά κράτη θα υποχρεωθούν να αυξήσουν τα ποσοστά του ΑΕΠ που διαθέτουν για την άμυνα. Το Rearm Europe είναι μία από αυτές τις πρωτοβουλίες. Η Γερμανία, η οποία φοβάται ιδιαίτερα τη ρωσική επιθετικότητα, έχει ήδη αναγγείλει περίπου 900 δισ. ευρώ για τα επόμενα χρόνια και για τον επανεξοπλισμό της.
Εδώ δημιουργείται ένα ακόμη ζήτημα: αν η Γερμανία, ως οικονομική δύναμη, επενδύσει 900 δισ. ευρώ, μπορεί να προκύψουν προβλήματα ως προς το equilibrium, δηλαδή την ισορροπία των στρατηγικών δυνάμεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό έχει ήδη θορυβήσει τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία.
Καταλαβαίνετε ότι, ναι μεν, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ήπια δύναμη, αρχίζει να επενδύει στις νέες τεχνολογίες και στα νέα αντίμετρα για τον νέο πόλεμο, τον οποίο εγώ ονομάζω υβριδικό-ολοκληρωτικό. Από την άλλη, όμως, δημιουργούνται προβλήματα, διότι παράλληλα εξελίσσεται ακόμη ένας πόλεμος στον Περσικό Κόλπο, ο οποίος έχει κυρίως ενεργειακές και πληθωριστικές συνέπειες.
Αυτό προκαλεί έντονες πιέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στους προϋπολογισμούς των ευρωπαϊκών κρατών. Είναι δύσκολο να επενδύουν ταυτόχρονα στην άμυνα, στην κοινωνία και στους πολίτες.
Θεωρείτε ότι υπάρχουν πιέσεις προς τον Πούτιν, ώστε να διευθετηθεί με κάποιον τρόπο ο πόλεμος; Πρόσφατα, σε μία συνάντηση, ο ηγέτης του Καζακστάν φέρεται να του είπε ότι πρέπει κάποια στιγμή να τερματιστεί ο πόλεμος με την Ουκρανία.
Υπάρχει πίεση προς τον Πούτιν για να σταματήσει ο πόλεμος. Όχι μόνο από το εσωτερικό της χώρας και από την οικονομική κατάσταση, αλλά και από το εμπάργκο που έχει δεχθεί σε ενεργειακά προϊόντα, στο πετρέλαιο, στο LNG και αλλού. Υπάρχει επίσης πίεση από τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος θεωρεί ότι αυτός ο πόλεμος πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσει και να διευθετηθεί η κατάσταση.
Βέβαια, από τη στιγμή που η Ρωσία έχει καταλάβει περίπου το 25% των εδαφών της Ουκρανίας, δεν υπάρχει περίπτωση να αποχωρήσει εύκολα από εκεί. Άρα, πρέπει να συζητήσουμε για την επόμενη ημέρα του πολέμου και για αυτή την περιοχή της Ουκρανίας, δηλαδή για το 25% των εδαφών της. Τόσο η διεθνής κοινότητα όσο και οι ίδιες οι εμπόλεμες χώρες πρέπει να αποφασίσουν πώς θα διευθετηθεί το ζήτημα αυτών των περιοχών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η πρώτη που δεν θα αποδεχθεί αλλαγή συνόρων ως αποτέλεσμα πολεμικών ενεργειών, διότι, πολύ απλά, θα μπούμε σε ένα δύσκολο παζλ, σε μια δύσκολη εξίσωση, η οποία μπορεί να αλλάξει πολύ σοβαρά δεδομένα σε ζητήματα ειρήνης και πολέμου τα επόμενα χρόνια.
Καταλαβαίνετε ότι, αν δημιουργηθεί ένα τέτοιο προηγούμενο, μπορεί να επηρεαστεί και η Κύπρος, όπως και άλλες διεκδικούμενες περιοχές. Αυτό είναι που φοβάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν νομίζω ότι θα αποδεχθεί κάτι τέτοιο. Το θέμα, βέβαια, είναι τι θα συμφωνήσουν τα δύο εμπόλεμα κράτη και υπό ποιες προϋποθέσεις θα διευθετηθεί το ζήτημα των εδαφών που κατέχει αυτή τη στιγμή η Ρωσία.

Αναφορικά με τη στάση των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, όλο το προηγούμενο διάστημα, πριν από τις τελευταίες εκλογές, παρουσιαζόταν ως ο άνθρωπος που μπορεί να τελειώσει τον πόλεμο και να συνομιλήσει με τον πρόεδρο Πούτιν. Τελικά, ποια στάση τηρούν οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ και πώς κινούνται σε αυτό το παζλ που περιγράψατε;
Τόσο στον Περσικό Κόλπο όσο και στον ρωσοουκρανικό πόλεμο, ο Ντόναλντ Τραμπ έδειξε ότι είναι ο άνθρωπος που θα ήθελε να τερματίσει τις συγκρούσεις υπό ορισμένες βασικές προϋποθέσεις, ειδικά όσον αφορά τον ρωσοουκρανικό πόλεμο. Βέβαια, αυτή τη στιγμή πολεμά για να κρατήσει ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ.
Στον ρωσοουκρανικό πόλεμο και με τη συνάντηση που είχε με τον Πούτιν στην Αλάσκα το 2025, έδειξε ότι οι δύο πλευρές διατηρούν πολύ καλές προσωπικές σχέσεις και ότι θα μπορούσε να υπάρχει απευθείας επικοινωνία μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ για τη λήψη αποφάσεων και τη διαχείριση κρίσεων.
Ο ίδιος ο Πούτιν είχε δηλώσει ότι δεν υπάρχει κάτι που να χωρίζει τις δύο χώρες και ότι, στην ουσία, δεν είναι εχθροί αλλά μπορούν να είναι πολύ καλοί συνεργάτες. Από την άλλη, υπάρχει μια Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν είναι έτοιμη να αποδεχθεί την προσάρτηση νέων εδαφών από τη Ρωσία. Εκεί βρίσκεται το βασικό πρόβλημα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, κατά την προσωπική μου άποψη, θα συνεχίσουν να πιέζουν για μια πιθανή εξεύρεση λύσης στον ρωσοουκρανικό πόλεμο. Αυτή τη στιγμή, όμως, έχουν μπροστά τους ένα πολύ δύσκολο κεφάλαιο, διότι έχουν εμπλακεί οι ίδιες σε πόλεμο με το Ιράν. Εκεί διακυβεύονται η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και η ενεργειακή ασφάλεια.
Θεωρώ ότι το μεγάλο αγκάθι στις διαπραγματεύσεις θα είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεδομένου ότι, ως γνωστόν, οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να δείξουν ότι η Ρωσία έχει τη δυνατότητα να αποσπά εδάφη από την Ουκρανία και ότι μπορεί να δημιουργήσει νέες συνθήκες ανασφάλειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε ενεργειακής είτε στρατηγικής.
Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 2026 και ο πόλεμος διαρκεί ήδη από το 2022. Ποιος φοβάται περισσότερο; Φοβάται ο Πούτιν την αντίδραση των Ευρωπαίων; Φοβούνται οι Ευρωπαίοι την αντίδραση του Πούτιν; Φοβούνται οι Ουκρανοί μήπως χάσουν τελικά τα εδάφη που αναλύσατε νωρίτερα; Φοβούνται οι Αμερικανοί τη συνέχιση ενός τέτοιου πολέμου; Τελικά, ποιος αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα;
Όλοι. Και θα σας εξηγήσω τι εννοώ.
Η Ρωσία φοβάται ότι οι πολύ μεγάλες έμψυχες και οικονομικές απώλειες από τον πόλεμο θα δημιουργήσουν έντονο κοινωνικό πρόβλημα και ότι, τελικά, μπορεί να απειληθεί ο ίδιος ο Πούτιν στην εξουσία ή να ανατραπεί από ορισμένες οικονομικές και επιχειρηματικές ελίτ.
Οι Ευρωπαίοι φοβούνται ότι η αντίδραση της Ρωσίας μπορεί να είναι υπερβολική, ακόμη και με τη χρήση πυρηνικών όπλων. Είναι γνωστό ότι η Ρωσία διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο, με περίπου 5.500 πυρηνικές κεφαλές, έναντι περίπου 5.000 των Αμερικανών. Οι ίδιοι οι Ρώσοι έχουν δηλώσει ότι, σε περίπτωση απειλής κατά της εθνικής τους ασφάλειας, θα εφαρμόσουν το πυρηνικό τους δόγμα.
Από την άλλη, οι Ευρωπαίοι φοβούνται και μια αύξηση του ενεργειακού κόστους, καθώς οι προμήθειες τόσο από τον Περσικό Κόλπο όσο και από τη Ρωσία έχουν περιοριστεί σημαντικά. Η Ρωσία συγκρατεί πλέον ποσότητες και δεν τις εξάγει. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό για τον πληθωρισμό σε παγκόσμιο επίπεδο.
Οι ΗΠΑ φοβούνται επίσης μια ανεξέλεγκτη Ρωσία, η οποία θα μπορούσε σήμερα να δημιουργήσει πρόβλημα στην Ουκρανία και στη συνέχεια να διεκδικήσει κάτι άλλο, πιθανότατα σε κάποια από τις βαλτικές ή τις σκανδιναβικές χώρες.
Καταλαβαίνετε ότι, μέσα σε αυτά τα προβλήματα, όλοι βγαίνουν χαμένοι. Από έναν πόλεμο σχεδόν ποτέ δεν βγαίνει κάποιος κερδισμένος, εκτός αν ο ένας έχει νικήσει ολοκληρωτικά και ο άλλος έχει υποστεί συντριπτική ήττα. Εδώ δεν υπάρχει μια τέτοια περίπτωση, ούτε πρόκειται να υπάρξει στην Ουκρανία.
Η Ουκρανία έχει χάσει σημαντικό έμψυχο δυναμικό, έχει χάσει περίπου το 25% των εδαφών της και έχει δεχθεί σφοδρές επιθέσεις σε ενεργειακές δομές και κοινωνικές υποδομές, σε εργοστάσια και ερευνητικά κέντρα. Έχει χάσει επίσης τον έλεγχο πυρηνικών σταθμών που διέθετε. Αυτά είναι πολύ σημαντικά ζητήματα. Δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να θεωρεί εύκολη τη λύση του πολέμου.
Παράλληλα, υπάρχει ο φόβος ότι, αν συνεχιστεί αυτός ο πόλεμος, κανείς δεν γνωρίζει πού μπορεί να οδηγήσει. Επομένως, ο φόβος αφορά όλους και, κυρίως, συνδέεται με την οικονομική και την ενεργειακή ανασφάλεια.
* Ο Αθανάσιος Μποζίνης είναι διεθνολόγος, οικονομολόγος και επίκουρος καθηγητής Ψηφιακών Διεθνών Σχέσεων και Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
