Σε εφαρμογή τίθεται το επόμενο διάστημα ένα νέο, πολυεπίπεδο πλαίσιο για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους, με στόχο να δοθεί «δεύτερη ευκαιρία» σε εκατομμύρια οφειλέτες που εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις άνω των 94 δισ. ευρώ.
Το οικονομικό επιτελείο επισπεύδει τις παρεμβάσεις, ενεργοποιώντας ένα σύστημα τριών βασικών εργαλείων που μπορούν να λειτουργήσουν είτε αυτόνομα είτε συνδυαστικά: τον αναβαθμισμένο εξωδικαστικό μηχανισμό, τη νέα ρύθμιση έως 72 δόσεων για παλαιά χρέη και την πάγια ρύθμιση των 24 ή 48 δόσεων για τις πιο πρόσφατες οφειλές.
Η νέα «βεντάλια» επιλογών απευθύνεται σε περισσότερους από 2 εκατομμύρια πολίτες και επιχειρήσεις, δίνοντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα ταυτόχρονης διαχείρισης διαφορετικών κατηγοριών χρεών με ευέλικτο τρόπο.
Ο εξωδικαστικός γίνεται πιο προσβάσιμος
Κεντρικός πυλώνας του νέου πλαισίου παραμένει ο εξωδικαστικός μηχανισμός, ο οποίος αποκτά ευρύτερη εμβέλεια. Το βασικό όριο ένταξης μειώνεται πλέον από τις 10.000 ευρώ στις 5.000 ευρώ, επιτρέποντας σε δεκάδες χιλιάδες μικρότερους οφειλέτες να ενταχθούν για πρώτη φορά στη διαδικασία.
Ο μηχανισμός αξιολογεί την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη –εισοδήματα, περιουσία και ύψος οφειλών– και προτείνει βιώσιμη ρύθμιση, που μπορεί να φτάσει έως και τις 240 δόσεις. Σε πολλές περιπτώσεις προβλέπεται και μερική διαγραφή προσαυξήσεων ή ακόμα και βασικής οφειλής, ενώ το επιτόκιο παραμένει σχετικά χαμηλό, κοντά στο 3%.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ενίσχυση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης αξιοποιεί την υπόλοιπη περιουσία του για την εξυπηρέτηση των χρεών. Το εργαλείο αυτό απευθύνεται κυρίως σε πιο σύνθετες περιπτώσεις, όπου συνυπάρχουν οφειλές προς Δημόσιο, τράπεζες και ιδιώτες.
Νέα ρύθμιση 72 δόσεων για τα «παλιά» χρέη
Παράλληλα, από τον Ιούνιο ενεργοποιείται η νέα ρύθμιση έως 72 δόσεων, η οποία αφορά αποκλειστικά παλαιές οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως το τέλος του 2023 και παραμένουν εκτός ρύθμισης.
Πρόκειται για μια στοχευμένη παρέμβαση που απευθύνεται σε περισσότερους από 1,3 εκατομμύρια οφειλέτες και αφορά σχεδόν το 90% των αρρύθμιστων χρεών. Η ρύθμιση προβλέπει επιτόκιο 5,84% και ελάχιστη μηνιαία δόση 30 ευρώ, χωρίς όμως να περιλαμβάνει διαγραφή βασικής οφειλής.
Καθοριστική προϋπόθεση για την ένταξη είναι η τακτοποίηση των νεότερων χρεών. Δηλαδή, όποιος έχει οφειλές και μετά το 2023, θα πρέπει πρώτα να τις εξοφλήσει ή να τις εντάξει σε άλλη ρύθμιση, προκειμένου να ενεργοποιήσει τη νέα ρύθμιση για τα παλαιότερα.
Στην πράξη, δημιουργείται ένα «διπλό» σχήμα ρύθμισης: τα παλιά χρέη μπορούν να μπουν στις 72 δόσεις, ενώ τα νεότερα να ενταχθούν στην πάγια ρύθμιση.
Η πάγια ρύθμιση ως σταθερή λύση
Η πάγια ρύθμιση των 24 ή 48 δόσεων εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική επιλογή για τις τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις. Σε αυτή μπορούν να ενταχθούν φόροι όπως εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ και ΦΠΑ έως 24 δόσεις, ενώ πιο ειδικές οφειλές –όπως από ελέγχους ή κληρονομιές– μπορούν να ρυθμιστούν έως και σε 48 δόσεις.
Το επιτόκιο κινείται σε υψηλότερα επίπεδα, περίπου 4,34% για έως 12 δόσεις και 5,84% για μεγαλύτερο αριθμό, γεγονός που την καθιστά πιο «ακριβή» σε σχέση με τον εξωδικαστικό, αλλά πιο απλή και άμεση στη χρήση.
Πότε «ξεμπλοκάρουν» οι τραπεζικοί λογαριασμοί
Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για τους οφειλέτες είναι η άρση των κατασχέσεων τραπεζικών λογαριασμών. Με το νέο πλαίσιο, η διαδικασία γίνεται ταχύτερη και πλήρως ψηφιακή.
Για να αρθεί η κατάσχεση, απαιτείται η εξόφληση τουλάχιστον του 25% της βασικής οφειλής και η ρύθμιση του υπολοίπου μέσω ενός από τα διαθέσιμα εργαλεία. Από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις, η διαδικασία άρσης ολοκληρώνεται ηλεκτρονικά, χωρίς πρόσθετες ενέργειες από τον φορολογούμενο.
Η ΑΑΔΕ έχει ήδη ενεργοποιήσει το σχετικό σύστημα, με απευθείας διασύνδεση με τις τράπεζες μέσω των κόμβων «Τειρεσίας» και «ΔΙΑΣ», επιταχύνοντας σημαντικά τον χρόνο αποδέσμευσης των λογαριασμών.
Υπηρεσιακοί παράγοντες του υπουργείου Οικονομικών επισημαινουν οτι με τη δυνατότητα συνδυασμού διαφορετικών ρυθμίσεων και τη διεύρυνση των δικαιούχων, δημιουργείται για πρώτη φορά ένα πιο λειτουργικό σύστημα «δεύτερης ευκαιρίας» για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που επιδιώκουν να επανέλθουν σε καθεστώς οικονομικής ομαλότητας.
