Σοβαρούς προβληματισμούς για τον τρόπο επιτάχυνσης της ολοκλήρωσης του κτηματολογίου εκφράζει το Ελεγκτικό Συνέδριο, προειδοποιώντας για παρατεταμένη αβεβαιότητα στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και πιθανό κύμα δικαστικών προσφυγών από πολίτες.
Σύμφωνα με την έκθεση, η επιλογή των τελευταίων ετών να τεθεί σε λειτουργία το κτηματολόγιο πριν ολοκληρωθεί η εξέταση ενστάσεων και αιτήσεων διόρθωσης δημιουργεί σημαντικά κενά ασφάλειας. Εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν τουλάχιστον δύο ακόμη χρόνια για την εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, με περίπου 233.000 υποθέσεις να παραμένουν ανοικτές.
Η κτηματογράφηση, που ξεκίνησε το 1995 και υλοποιήθηκε μέσω 199 συμβάσεων συνολικού κόστους περίπου 1 δισ. ευρώ, έχει καλύψει μέχρι σήμερα το 71,17% των δικαιωμάτων (27,85 εκατ.), ενώ για ένα επιπλέον 27,76% έχει ολοκληρωθεί η ανάρτηση χωρίς να έχει τεθεί σε πλήρη λειτουργία.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο μεγάλος αριθμός ακινήτων «αγνώστου ιδιοκτήτη», που πλησιάζουν τα 3,5 εκατομμύρια (8,82%). Το Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει τον κίνδυνο υφαρπαγής περιουσιών, καθώς δεν αποκλείεται επιτήδειοι να επιχειρήσουν την καταχώριση αδήλωτων ακινήτων που δεν τους ανήκουν. Παράλληλα, πολλά από αυτά ενδέχεται να ανήκουν σε δημόσιους φορείς και, σε κάθε περίπτωση, μπορούν να περιέλθουν στο Δημόσιο με την οριστικοποίηση των εγγραφών.
Η έκθεση ασκεί κριτική και στις νομοθετικές παρεμβάσεις του 2021 και του 2024, οι οποίες επέτρεψαν την πρόωρη ολοκλήρωση της κτηματογράφησης χωρίς την πλήρη εξέταση ενστάσεων. Όπως σημειώνεται, η πρακτική αυτή υπονομεύει την αξιοπιστία των εγγραφών, καθώς βασίζονται σε στοιχεία που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί.
Στην έκθεση μάλιστα παρουσιάζονται ορισμένα πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η κτηματογράφηση με αυτεπιστασία της Γαύδου, επί της οποίας τα εκτιμώμενα δικαιώματα συνιστούν μόλις το 0,02% του συνόλου των δικαιωμάτων της χώρας, ενώ η έκταση του καταλαμβάνει το 0,03% της ελληνικής επικράτειας, ξεκίνησε το 1999 και ολοκληρώθηκε το 2022, δηλαδή μετά από 23 έτη.
Η δε κτηματογράφηση της περιοχής Βρουχά – Λούμα – Σχινιά της Περιφερειακής Ενότητας Λασιθίου Κρήτης εκκίνησε στο πλαίσιο της πρώτης γενεάς κτηματογράφησης τη δεκαετία του ΄90 και δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη.
Η έκθεση διαπιστώνει και υποστελέχωση των υπηρεσιών του Κτηματολογίου. Πέραν της αριθμητικής ανεπάρκειας, εντοπίζεται και ποιοτική υποστελέχωση. Σε αρκετά Κτηματολογικά Γραφεία και Υποκαταστήματα απουσιάζουν κρίσιμες ειδικότητες, όπως νομικοί, μηχανικοί και τοπογράφοι, αναγκαίες για τον έλεγχο και τη διεκπεραίωση πράξεων.
Το Κτηματολογικό Γραφείο Αθηνών διαθέτει μόλις 22 υπαλλήλους, εκ των οποίων δύο νομικούς και 20 διοικητικούς, χωρίς τοπογράφους ή μηχανικούς. Ενδεικτικό είναι και το παράδειγμα του υποκαταστήματος Δράμας όπου υπηρετούν επτά υπάλληλοι, εκ των οποίων μόνο η προϊσταμένη είναι νομικός πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ενώ οι υπόλοιποι έξι είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το καταργηθέν Υποθηκοφυλακείο Δράμας με συνέπεια ο νομικός έλεγχος των εγγράφων να βαρύνει αποκλειστικά την προϊσταμένη.
