Η «αντιτραπεζική» αντιπολίτευση βλάπτει σοβαρά την οικονομία

Η «αντιτραπεζική» αντιπολίτευση βλάπτει σοβαρά την οικονομία

Ο αντιπολιτευτικός λόγος της τελευταίας περιόδου διακρίνεται από μια έντονη εχθροπάθεια κατά του προσώπου του πρωθυπουργού. Παράλληλα αναπτύσσεται μια «αντιτραπεζική» εχθροπάθεια, η οποία ξεπερνάει τα θεμιτά όρια του αντιπολιτευτικού λόγου, δημιουργώντας μεγάλη ανησυχία στην αγορά. 

Διότι ο πρωθυπουργός μπορεί και να αποχωρήσει στις επόμενες εκλογές, ενώ οι τράπεζες θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται εδώ, συμμετέχοντας με τον δικό τους σημαντικό τρόπο στην οικονομία. Ειδικά σε μια περίοδο όπου αφενός η Ελλάδα αναβαθμίζεται χρηματιστηριακά με πρωταγωνιστές σχεδόν αποκλειστικά τις τέσσερις συστημικές τράπεζες και αφετέρου τα σύννεφα των επιπτώσεων από τον πόλεμο στο Ιράν, εξαπλώνονται με ταχύτητα πάνω από την οικονομία και την επιχειρηματικότητα, προβληματίζοντας τόσο τις διοικήσεις των τραπεζών, όσο και τους επενδυτές. 

Έτσι οι αρχηγοί των αριστερών πολιτικών κομμάτων και σχηματισμών της αντιπολίτευσης, που σχεδιάσουν να συγκυβερνήσουν μετά τις εκλογές, επιδίδονται σε ένα μπαράζ δηλώσεων και σχεδιασμών κατά των τραπεζών.  

Το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να χαρακτηρίζει τη λειτουργία των τραπεζών σαν ένα «κερδοσκοπικό πάρτι εις βάρος της κοινωνίας». Προτείνει εκ νέου την επιβολή έκτακτης εισφοράς στα κέρδη των τραπεζών. Υποστηρίζοντας ότι τα κέρδη «δεν προέρχονται από επενδύσεις», αλλά από τη διαφορά μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και δανείων.

Τα υπόλοιπα κόμματα κατηγορούν τις τράπεζες ότι επιβιώνουν τεχνητά μέσω των κρατικών εγγυήσεων και ταυτόχρονα τις καταγγέλλουν λέγοντας ότι αποκλείουν την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα από τη λήψη ρευστότητας. Δίχως να αντιλαμβανόμενα ότι τα επιχειρήματα τους είναι 100% αντικρουόμενα. Διότι εάν επιβιώνουν τεχνητά, τότε πως είναι δυνατόν να χρηματοδοτούν και όσους δεν πληρούν τα σχετικά κριτήρια δανεισμού;   

Και δεν έφταναν όλα αυτά, ήρθε και ο Αλέξης Τσίπρας ο οποίος υποστήριξε με άνετο και αυτάρεσκο τρόπο, ότι θα έπρεπε να είχε κλείσει τις τράπεζες, αμέσως μετά την εκλογική του νίκη και την σύμπραξη του με τον Πάνο Καμμένο, ώστε να εκβιάσει στην ουσία πιο αποτελεσματικά την Τρόικα.

Δεν φτάνει λοιπόν που οι τραπεζίτες και οι επενδυτές ανησυχούν από το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού, που μπορεί να οδηγήσει στην επανεμφάνιση νέων κόκκινων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών. 

Δεν φτάνει που ενδεχόμενη υποχώρηση της ανάπτυξης θα αποδυναμώσει την πιστωτική επέκταση των τραπεζών. 

Δεν φτάνει που μεγάλα υπό εκτέλεση έργα μπορεί να παγώσουν, με ό,τι μπορεί να σημάνει αυτό για τα ήδη εκταμιευμένα δάνεια. 

Δεν φτάνει που η οικονομία μπορεί να βρεθεί να κινείται μέσα σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων. 

Έχουμε και την λαϊκίστικη και ιδεοληπτική αντιμετώπιση των τραπεζών από την πλευρά του κυοφορούμενου αριστερού μετώπου. Ένα μέτωπο οικονομικής ασχετοσύνης, αντιληπτικής ελαφρότητας και πολιτικής ανευθυνότητας. Η σύγκρουση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι κατανοητή. Η σύγκρουση με τις τράπεζες όμως ποιόν ωφελεί;

Δεν αντιλαμβάνονται άραγε ότι οι συγκρούσεις, οι απειλές και οι εκβιασμοί απέναντι στο τραπεζικό σύστημα, το μόνο που μπορεί να επιτύχουν είναι να οδηγήσουν την οικονομία σε ασφυξία; Πιστεύουν άραγε, ότι μπορεί να λειτουργήσει μια οικονομία χωρίς εύρωστο τραπεζικό σύστημα; Θέλουν ένα τραπεζικό σύστημα που να δανείζει ή ένα τραπεζικό σύστημα αδυνατισμένο κεφαλαιακά; Θέλουν ένα τραπεζικό σύστημα που από τη μια πλευρά να δανειοδοτεί αφειδώς τους πάντες, και από την άλλη να βγάζει και κέρδη για να φορολογείται «εκτάκτως», και ταυτόχρονα να μην εξαρτάται από κρατικές εγγυήσεις; Τέτοια θαύματα δεν γίνονται.  

Άραγε οι αβελτηρίες του 2015 δεν έχουν διδάξει κανέναν στην αντιπολίτευση; Το καταστροφικό κλείσιμο των τραπεζών και η χρησιμοποίηση του τραπεζικού συστήματος ως εργαλείου εκβιασμού των εταίρων - δανειστών - μετόχων - δανειοληπτών καταθετών - δεν τους έχει γίνει μάθημα;

Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας, ο Νίκος Ανδρουλάκης και οι υπόλοιποι αρχηγοί των κομμάτων της Αριστεράς, να εκτιμούν  ότι μέσα στη Νέα Δημοκρατία, θα βρουν τον διάδοχο του Κυριάκου Μητσοτάκη που θα συμπράξει μαζί τους. Θα βρουν, όμως διάδοχη κατάσταση στο τραπεζικό σύστημα που έχουν βάλει στο στόχαστρο τους; Μάλλον όχι. Θα βρουν τον Γιάννη Στουρνάρα της Τράπεζας της Ελλάδος και τις διοικήσεις των τραπεζών που θα προσπαθούν να μαζέψουν τα ασυμμάζευτα από το καιροσκοπικές πολιτικές του «προοδευτικού» πολιτικού μετώπου που κτίζουν. 

Πέραν τούτου, η αναγόρευση της έκτακτης φορολόγησης των τραπεζικών κερδών ως του κυρίαρχου όπλου απέναντι στην κρίση, είναι βαθιά προβληματική. Διότι δεν εστιάζει στα αίτια της κρίσης και τις πολιτικές διαρκείας που θα πρέπει να ακολουθηθούν, αλλά σε ένα πυροτέχνημα εντυπώσεων που αποπροσανατολίζει. Η δημιουργία ενός ανθεκτικού κράτους και μιας οικονομίας με αντοχές, δεν μπορεί να βασίζεται σε έκτακτα κι αποσπασματικά μέτρα. Η ανθεκτικότητα θα πρέπει να βασίζεται στη δημιουργία ενός συστήματος ανίχνευσης της «φωτιάς» πριν αυτή εκδηλωθεί και ενός δομημένου συστήματος πυρόσβεσης. Και ο κωδικός πίσω από αυτήν την ανθεκτικότητα της οικονομίας είναι οι βαθιές μεταρρυθμίσεις, ο ελεύθερος ανταγωνισμός και οι ισχυροί ελεγκτικοί μηχανισμοί. Η μάχη με τη φωτιά δεν δίνεται με νερό και πέντε – έξι πυροσβεστήρες. Ειδικά με πυροσβεστήρες που ρίχνουν εύφλεκτο υλικό στις φλόγες. 

Την «αντιτραπεζική» ρητορική την έχει πληρώσει η οικονομία και η κοινωνία με το παραπάνω. Διότι είναι αυτή η ίδια ρητορική και φιλοσοφία που δεν επέτρεψαν την υιοθέτηση ορθολογικών και ταυτόχρονα ριζικών λύσεων στα χρονίζοντα προβλήματα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τα οποία προβλήματα, από τραπεζικά βαπτίστηκαν πολιτικά, και μετατράπηκαν σε φθηνά αντιπολιτευτικά εργαλεία.