«Φρένο» στην ανάπτυξη λόγω πολέμου - Οι 5 κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία
Shutterstock
Shutterstock

«Φρένο» στην ανάπτυξη λόγω πολέμου - Οι 5 κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία

Πιο συγκρατημένες προσδοκίες για την πορεία της ελληνικής οικονομίας διαμορφώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, το οποίο «ψαλιδίζει» οριακά την πρόβλεψη για την ανάπτυξη το 2026, εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Σύμφωνα με τη νέα τριμηνιαία έκθεση, ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ τοποθετείται πλέον στο 2,0%, έναντι 2,1% στην προηγούμενη εκτίμηση, με το εύρος των προβλέψεων να κυμαίνεται από 1,7% έως 2,4%. Η αναθεώρηση αποδίδεται κυρίως στις επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, αλλά και στο ενδεχόμενο παρατεταμένων πιέσεων στις τιμές της ενέργειας.

Παρά την επιβράδυνση, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα, ωστόσο το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα. Καθοριστικός παράγοντας για την τελική πορεία της ανάπτυξης θα είναι η διάρκεια της γεωπολιτικής κρίσης και το κατά πόσο θα επηρεαστούν μόνιμα οι ενεργειακές ροές.

Η βασική πρόβλεψη ενσωματώνει την υπόθεση ότι η τιμή του πετρελαίου Brent θα κινηθεί κατά μέσο όρο στα 90 δολάρια το βαρέλι το 2026. Σε ένα πιο αρνητικό σενάριο, όπου οι τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλότερες ή ενισχυθούν περαιτέρω οι πληθωριστικές πιέσεις, η ανάπτυξη μπορεί να κινηθεί ακόμη και προς το κάτω όριο του 1,7%.

Την ίδια ώρα, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί «αγκάθι» για την οικονομία. Στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,1% τον Φεβρουάριο του 2026, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,9%), κάτι που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα. Στην έκθεση επισημαίνεται η ανάγκη ενίσχυσης των ελέγχων στις τιμές, με αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων που θα επιτρέπουν την άμεση παρακολούθηση του κόστους και των περιθωρίων κέρδους σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού.

Σε αυτό το περιβάλλον, το Γραφείο Προϋπολογισμού καταγράφει πέντε βασικούς κινδύνους που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την πορεία της οικονομίας.

Πρώτος και πιο άμεσος είναι ο κίνδυνος νέας ενεργειακής αναταραχής, ιδιαίτερα αν ενταθούν τα προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα άνοδο τιμών και να πυροδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις.

Δεύτερος, η πιθανή αύξηση του κόστους των λιπασμάτων, που θα μπορούσε να επηρεάσει την αγροτική παραγωγή και κατ’ επέκταση τις τιμές τροφίμων, εάν η κρίση παραταθεί.

Τρίτος, η ενίσχυση του εμπορικού προστατευτισμού και της διεθνούς αβεβαιότητας, που ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγές, τις επενδύσεις και συνολικά την ανάπτυξη της Ευρωζώνης.

Τέταρτος, η υστέρηση στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, καθώς στο πρώτο δίμηνο του 2026 οι δαπάνες εμφανίζονται σημαντικά χαμηλότερες από τους στόχους, κάτι που μπορεί να επηρεάσει βραχυπρόθεσμα την αναπτυξιακή δυναμική.

Και πέμπτος, η διαχρονική ευπάθεια της ελληνικής οικονομίας λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους, που την καθιστά πιο εκτεθειμένη σε περιόδους διεθνούς αναταραχής και αύξησης των αποδόσεων των ομολόγων.

Όπως επισημαίνεται, η πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων στα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης, μετά την κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, δείχνει ότι οι αγορές παραμένουν ιδιαίτερα ευαίσθητες στον κίνδυνο. Για χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, το κόστος δανεισμού μπορεί να αυξηθεί πιο έντονα.

Για τον λόγο αυτό, η σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αναδεικνύεται σε βασική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής. Η ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας θεωρείται κρίσιμη τόσο για τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης όσο και για τη θωράκιση της οικονομίας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η ελληνική οικονομία παραμένει σε τροχιά ανάπτυξης, αλλά με αυξημένες εξωτερικές πιέσεις, που καθιστούν το επόμενο διάστημα ιδιαίτερα κρίσιμο για τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητά της.