Συνεχίζει να προκαλεί ισχυρό πονοκέφαλο στα νοικοκυριά η ακρίβεια, με τις ανατιμήσεις σε βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών να παραμένουν επίμονες, την ώρα που η διεθνής αστάθεια και η ενεργειακή αβεβαιότητα συντηρούν τις πληθωριστικές πιέσεις.
Παρά τη μικρή επιβράδυνση του γενικού δείκτη τον Μάιο, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ μαρτυρούν για ακόμη μια φορά ότι το κόστος ζωής εξακολουθεί να ανεβαίνει σε κρίσιμους τομείς της καθημερινότητας, από τη στέγαση και τις μεταφορές έως τα τρόφιμα και την εστίαση.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, ο πληθωρισμός τον Μάιο διαμορφώθηκε στο 5,2% σε ετήσια βάση, έναντι 5,4% τον Απρίλιο, καταγράφοντας οριακή αποκλιμάκωση, χωρίς ωστόσο να αλλάζει ουσιαστικά την εικόνα που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις συνεχίζουν να προέρχονται από τη στέγαση, όπου οι τιμές αυξήθηκαν κατά 11,6%, με τα ενοίκια κατοικιών να καταγράφουν άνοδο 7,7%. Στην ίδια κατηγορία περιλαμβάνονται αυξήσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο θέρμανσης, αλλά και σε υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής κατοικιών, επιβαρύνοντας σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ιδιαίτερα αυξημένες παραμένουν και οι τιμές στις μεταφορές, όπου ο σχετικός δείκτης ενισχύθηκε κατά 11,5%. Το πετρέλαιο κίνησης κατέγραψε άνοδο 24,4%, ενώ τα καύσιμα αυτοκινήτου αυξήθηκαν κατά 21,5%, μεταφέροντας πρόσθετο κόστος τόσο στις καθημερινές μετακινήσεις όσο και στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Στα τρόφιμα, οι ανατιμήσεις διαμορφώθηκαν στο 3,5%, με τις αυξήσεις να παραμένουν αισθητές σε μια σειρά βασικών προϊόντων. Το μοσχάρι αυξήθηκε κατά 17,6%, το αρνί και το κατσίκι κατά 16,2%, ενώ ανοδικά κινήθηκαν οι τιμές σε ψωμί και προϊόντα αρτοποιίας, χοιρινό, πουλερικά, αλλαντικά, γαλακτοκομικά, αυγά, φρούτα, λαχανικά, καφέ και γλυκά. Μερική αποκλιμάκωση καταγράφηκε μόνο σε επιμέρους προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο, τα δημητριακά πρωινού και τα νωπά ψάρια.
Αυξήσεις σημειώθηκαν επίσης στα ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια, όπου ο δείκτης ενισχύθηκε κατά 8,5%, αλλά και στην εκπαίδευση κατά 2,8%, στην υγεία κατά 1,2%, στις ασφαλιστικές υπηρεσίες κατά 3,4% και στην αναψυχή και τον πολιτισμό κατά 1,4%.
Από την άλλη πλευρά, περιορισμένες μειώσεις καταγράφηκαν στην ένδυση και υπόδηση (-0,9%), στην ενημέρωση και επικοινωνία (-2,7%), καθώς και στα διαρκή αγαθά νοικοκυριού (-0,1%). Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 4,9% σε ετήσια βάση.
Με απλά λόγια, η εικόνα που αποτυπώνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνει ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να επηρεάζει δυσανάλογα τις βασικές ανάγκες των νοικοκυριών, καθώς οι μεγαλύτερες αυξήσεις εντοπίζονται σε τομείς όπου η κατανάλωση είναι ανελαστική και δεν μπορούν εύκολα να περιοριστούν οι σχετικές δαπάνες.
Διαρκής «μάχη» κατά της ακρίβειας από το υπουργείο Ανάπτυξης
Μέσα σε αυτό το δυσμενές για τους πολίτες περιβάλλον, το υπουργείο Ανάπτυξης συνεχίζει την προσπάθεια συγκράτησης των τιμών, διατηρώντας σε ισχύ το πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους και εντείνοντας τους ελέγχους στην αγορά.
Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη κύκλος διαβουλεύσεων με τη βιομηχανία τροφίμων και τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, με στόχο την επίτευξη μιας ευρύτερης συμφωνίας για μειώσεις τιμών σε βασικά προϊόντα ευρείας κατανάλωσης.
Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος έχει ξεκαθαρίσει ότι βασική επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να υπάρξει συνεννόηση με την αγορά ώστε να μειωθούν οι τιμές σε προϊόντα που αγοράζει καθημερινά το μέσο ελληνικό νοικοκυριό. Σε διαφορετική περίπτωση, το ενδεχόμενο παράτασης του πλαφόν παραμένει ανοιχτό.
Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι η εφαρμογή του μέτρου έχει συμβάλει στον περιορισμό των ανατιμήσεων σε σειρά προϊόντων. Την ίδια στιγμή, οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται από τη νέα Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς έχουν ενταθεί σημαντικά.
Πηγές του υπουργείου επισημαίνουν ότι τα πρόστιμα που επιβάλλονται για φαινόμενα αισχροκέρδειας εισπράττονται κανονικά και λειτουργούν αποτρεπτικά, όχι μόνο λόγω του οικονομικού κόστους αλλά και λόγω της επίδρασης που έχουν στη φήμη των επιχειρήσεων που παραβιάζουν τη νομοθεσία.
Πέρα από τα μέτρα εποπτείας της αγοράς, όμως, η κυβέρνηση επιμένει ότι η πιο αποτελεσματική απάντηση στην ακρίβεια είναι η διαρκής ενίσχυση των εισοδημάτων και όχι οι οριζόντιες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν υπέρμετρα τα δημόσια οικονομικά.
Στο πλαίσιο αυτό, προτάσσονται οι φορολογικές ελαφρύνσεις, πολλές έχουν ήδη υλοποιηθεί, ενώ σχεδιάζονται και άλλες για τα επόμενα χρόνια, με έμφαση στη μείωση του φόρου εισοδήματος, ιδιαίτερα για νέους εργαζόμενους, οικογένειες με παιδιά και πολύτεκνους.
Παράλληλα, η αύξηση του κατώτατου μισθού αποτελεί κεντρικό στοιχείο της κυβερνητικής πολιτικής, ενώ παραμένει σε ισχύ η δέσμευση ότι έως το τέλος του 2027 ο μέσος μισθός στη χώρα θα ξεπερνά τα 1.500 ευρώ.
Κυβερνητικά στελέχη τονίζουν ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε έκτακτα μέτρα, αλλά απαιτεί τη διαρκή ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών μέσα από υψηλότερους μισθούς, περισσότερες θέσεις εργασίας και χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση.
Την ίδια στιγμή, τόσο ο πρωθυπουργός όσο και το οικονομικό επιτελείο επαναλαμβάνουν ότι κάθε παρέμβαση θα πρέπει να κινείται εντός των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας και να μην θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών.
Σε κάθε περίπτωση οι επόμενοι μήνες θεωρούνται κρίσιμοι, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις ενδέχεται να τροφοδοτήσουν νέο κύμα ανατιμήσεων σε καύσιμα, μεταφορές και βασικά αγαθά.
Για την κυβέρνηση, το μεγάλο στοίχημα είναι να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στην προστασία των καταναλωτών, τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και την περαιτέρω αύξηση των εισοδημάτων. Ωστόσο, τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν ότι η ακρίβεια παραμένει η μεγαλύτερη οικονομική ανησυχία των πολιτών και εξακολουθεί να δοκιμάζει τις αντοχές των ελληνικών νοικοκυριών.
