7ος χρόνος, ημέρα 2157η
Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2021

Να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες που γεννά η νέα παγκοσμιοποίηση

Να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες που γεννά η νέα παγκοσμιοποίηση
Shutterstock

Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να ορισθεί ως η προϊούσα μείωση της σημασίας μίας εδαφικής βάσης εντός ορισμένων κρατικών συνόρων για οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις και δραστηριότητες.

Η παγκοσμιοποίηση υπό μίαν έννοια ξεκινά από την αρχαιότητα με την μορφή εμπορικών συναλλαγών μικρής ή μεγάλης έκτασης, διά των οποίων αγαθά παραγόμενα σε έναν τόπο, μεταφέρονταν προς κατανάλωση σε άλλον τόπο. Μετά την δημιουργία των πρώτων εθνικών κρατών κατά τον 17ο αιώνα υπήρξαν δύο χρονικά σημεία – σταθμοί στην εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης. Ο πρώτος σταθμός τοποθετείται περί το 1820, οπότε η επανάσταση του ατμού επέτρεψε στους ανθρώπους να παράγουν και να συγκεντρώνουν ποσότητες ενέργειας αδιανόητες ως τότε και, ταυτόχρονα, η βελτίωση των μέσων μεταφοράς έκανε οικονομικά εφικτή την κατανάλωση αγαθών που παράγονταν σε μακρινούς τόπους, με αποτέλεσμα τα κράτη – έθνη να παράγουν εκείνα τα αγαθά και υπηρεσίες στα οποία είναι πιο ανταγωνιστικά (διαθέτουν ‘’συγκριτικό πλεονέκτημα’’) και να εμπορεύονται τα υπόλοιπα.

Ο δεύτερος χρονικός σταθμός σημειώθηκε περί το 1990, οπότε η επανάσταση στις τεχνολογίες της πληροφορίας και των επικοινωνιών άλλαξε ριζικά τον παγκόσμιο καταμερισμό της γνώσης. Η μείωση του κόστους υπολογισμού και αποθήκευσης δεδομένων και η επαναστατική ώθηση στη μετάδοση πληροφοριών επέτρεψε την μεταλαμπάδευση ιδεών σε σχεδόν οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη και άλλαξε τις σχέσεις των εταιρειών με τους πελάτες, τους προμηθευτές και τους εργαζομένους τους. Ως αποτέλεσμα, ο αριθμός των θέσεων εργασίας και το μερίδιο της προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης μειώθηκε στις βιομηχανικές χώρες του Βορρά και αυξήθηκε κατακόρυφα σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Κίνα, η Νότια Κορέα, η Ινδία κ.α.

Ήδη υπό τις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης, πολλές επιχειρήσεις από χώρες του Βορρά μεταφέρουν στοχευμένα σε χώρες του Νότου όχι μόνο ολόκληρα εργοστάσια αλλά, με αυξανόμενη συχνότητα, συγκεκριμένα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Η εξέλιξη αυτή έχει καθοριστικές επιπτώσεις για το εργατικό δυναμικό (και) των χωρών υποδοχής. Η εισαγωγή σε αυτές αυτοματισμών και γενικότερα, προηγμένων τεχνολογιών ορισμένων παραγωγικών σταδίων συχνά εξαλείφει μεν κάποιες θέσεις εργασίας αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί την ανάγκη οι εργαζόμενοι που διατηρούν τις θέσεις τους να είναι πιο παραγωγικοί, να χρειάζονται περισσότερες δεξιότητες. Ο διεθνής ανταγωνισμός πλέον μπορεί να διεισδύει κατευθείαν σε μία χώρα ή μόνο σε ένα εργοστάσιο και να ευνοεί ή να πλήττει συγκεκριμένα στάδια της παραγωγής ή ακόμη και συγκεκριμένες θέσεις εργασίας.

Η νέα στοχευμένη μορφή παγκοσμιοποίησης δημιουργεί σταδιακά μεν αλλά με γρήγορους ρυθμούς μία νέα οικονομική γεωγραφία. Στο πλαίσιο αυτό μια χώρα δεν χρειάζεται να οικοδομήσει στο εσωτερικό της ολοκληρωμένη εφοδιαστική αλυσίδα για να είναι διεθνώς ανταγωνιστική. Αρκεί να συμμετέχει σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας ώστε αρχικά να γίνει ανταγωνιστική σε ορισμένα στάδια και στη συνέχεια να εκβιομηχανιστεί μέσω αύξησης της συμμετοχής της σε αυτές.

Είναι σημαντικό ότι η μετεγκατάσταση ενός ή περισσοτέρων σταδίων της εφοδιαστικής αλυσίδας από μία εταιρεία κάτοχο προηγμένης τεχνολογίας σε τρίτη χώρα (πράγμα που θα δώσει μία αναγκαία πρώτη ώθηση στην οικονομία της χώρας αυτής) γίνεται κατά κανόνα βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων που πρέπει να συγκεντρώνει η χώρα υποδοχής. Αυτά αφορούν στο φυσικό κεφάλαιο (δίκτυα, τεχνολογία, υποδομές), το ανθρώπινο κεφάλαιο (κατάρτιση, δεξιότητες, εμπειρία) και το κοινωνικό κεφάλαιο (κράτος δικαίου, εμπιστοσύνη, θεσμική σταθερότητα).

Βάσει των κριτηρίων αυτών η Ελλάδα εμφανίζει αξιοσημείωτη πρόοδο το τελευταίο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να επιλέγεται ως στόχος εγκατάστασης στοχευμένων δραστηριοτήτων από ηγετικές στον κλάδο τους εταιρείες, όπως η Pfizer (στη Θεσσαλονίκη) και η Volkswagen (στην Αστυπάλαια) η τάση αυτή αποτελεί σημαντική ευκαιρία που πρέπει να αξιοποιηθεί και να ενισχυθεί έτσι ώστε η χώρα μας να αποκτήσει διατηρήσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, να βελτιώσει το βιοτικό της επίπεδο και να αποκτήσει νέες, ποιοτικές θέσεις εργασίας.

* Ο Κώστας Χριστίδης είναι Νομικός - Οικονομολόγος