Εγκαταλείπουν τον Nord Stream II ευρωπαϊκές εταιρείες υπό τον φόβο αμερικανικών κυρώσεων

Εγκαταλείπουν τον Nord Stream II ευρωπαϊκές εταιρείες υπό τον φόβο αμερικανικών κυρώσεων
AP Images

Υπό την απειλή των αμερικανικών κυρώσεων τουλάχιστον 18 ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν τερματίσει τη συμμετοχή τους στο έργο του αγωγό Nord Stream ΙΙ είτε έχουν δεσμευτεί να αποσυρθούν από το έργο.

«Αυτό δείχνει ότι τα νομοθετήματα και οι ενέργειές μας ήταν επιτυχείς», δήλωσε ο εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών Νεντ Πράις. «Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε εταιρείες που εμπλέκονται», πρόσθεσε ο αξιωματούχος

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υπέβαλε έκθεση σχετικά με τον αγωγό στο Κογκρέσο την Παρασκευή όμως το έγγραφο δεν έχει ακόμη δει το φως της δημοσιότητας.

Οι περισσότερες από τις εταιρείες που αποχωρούν είναι ασφαλιστικές εταιρείες και έχουν έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με την Deutsche Welle.

Μεταξύ αυτών η Munich Re Syndicate Limited με έδρα το Μόναχο, ο Όμιλος Axa με έδρα το Παρίσι και ο Όμιλος Zurich Insurance Group με έδρα την Ελβετία.

Τον περασμένο Αύγουστο, οι Ρεπουμπλικάνοι Γερουσιαστές Τομ Κότον, Τον Τζόνσον και Τεντ Κρουζ με επιστολή στην Fährhafen Sassnitz GmbH, τον χειριστή του λιμένα, στην Βαλτική θάλασσα εφιστούσαν την προσοχή για "ευρύ φάσμα αμερικανικών κυρώσεων με στόχο τον Nord Stream ΙΙ". 

Η Ρωσία συνεχίζει τις εργασίες στον αγωγό ύψους 11,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων (9,5 δισεκατομμύρια ευρώ), ο οποίος είναι 90% ολοκληρωμένος, μετά από μια χρονική παύση που προκλήθηκε από τις κυρώσεις των ΗΠΑ.

Το νέο έργο επικεντρώθηκε σε μια έκταση 2,6 χιλιομέτρων (1,6 μίλια) σε ρηχά νερά της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Γερμανίας, αλλά όχι ακόμη στα τμήματα βαθέων υδάτων της Δανίας που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της ημιτελούς έκτασης 100 χιλιομέτρων.

Ο Nord Stream ΙΙ, ο οποίος αρχικά επρόκειτο να τεθεί σε λειτουργία στις αρχές του 2020, έχει στόχο να διπλασιάσει την ποσότητα φυσικού αερίου που μεταφέρεται από τη Ρωσία στη δυτική Ευρώπη μέσω της Βαλτικής σε σχέση με τον Nord Stream Ι, που έχει τη μισή χωρητικότητα και λειτουργεί από το 2012.

Για την κατασκευή του συνεργάζονται η ρωσική Gazprom και πέντε ευρωπαϊκές εταιρείες: η γαλλική Engie, οι γερμανικές Uniper και Winteshall, η αυστριακή OMV και η αγγλοολλανδική Shell, με το έργο να έχει προϋπολογισμό 9,5 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Αντίθετες στην κατασκευή του είναι κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ουκρανία, η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής, αλλά κυρίως οι ΗΠΑ που μάχονται κατά του αγωγού αυτού.