7ος χρόνος, ημέρα 2096η
Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2021

Θα στηρίξουν τις αποτιμήσεις της Wall Street τα υπερκέρδη του β' τριμήνου;

Θα στηρίξουν τις αποτιμήσεις της Wall Street τα υπερκέρδη του β' τριμήνου;

Πλησιάζει η περίοδος ανακοινώσεων αποτελεσμάτων δευτέρου τριμήνου και στη Wall Street οι επενδυτές προσμένουν εκτόξευση της κερδοφορίας των εισηγμένων επιχειρήσεων και νέα ενθαρρυντικά στοιχεία για τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης, ελπίζοντας οτι θα στηρίξουν τα επίπεδα της χρηματιστηριακής αγοράς που βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ,  διαψεύδοντας όσους φοβούνται διόρθωση.

Οι ανακοινώσεις αποτελεσμάτων θα αρχίσουν τον επόμενο μήνα και οι αναλυτές προβλέπουν αύξηση 64% στην κερδοφορία σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρυσι, τη μεγαλύτερη αύξηση σε οποιοδήποτε τρίμηνο από τη χρηματοοικονομική κρίση του 2009, σύμφωνα με στοιχεία της IBES.

Ωστόσο, μετά τις επιδόσεις του πρώτου τριμήνου ο εντυπωσιασμός δε θα είναι εύκολη υπόθεση καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις προκαλούν ανησυχίες ότι η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ μπορεί να αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια.

Με τον πληθωρισμό να επιταχύνεται πολλοί επενδυτές θα εστιάσουν στις επιπτώσεις στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων από την άνοδο του κόστους πρώτων υλών και άλλων συντελεστών παραγωγής.

Η Federal Reserve έχει ήδη δώσει το στίγμα ότι ενδέχεται να σφίξει τη νομισματική της πολιτική νωρίτερα από ότι προέβλεπαν πολλοί στην αγορά.

Οι ανακοινώσεις των εταιρειών απέχουν μερικές εβδομάδες και είναι αρκετά πιθανό ότι τα αποτελέσματα κερδοφορίας θα υπερβούν τις τρέχουσες προβλέψεις, εκτιμούν οι αναλυτές στη Credit Suisse Securities στη Νέα Υόρκη.

Οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να μετακυλήσουν τα αυξημένα κόστη στους πελάτες τους οπότε δεν υπάρχει πίεση στα περιθώρια κέρδους. Αντίθετα, αν τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων εκπλήξουν θετικά, τότε οι πολλαπλασιαστές κερδών (Ρ/Ε) μάλλον θα αποδειχτούν φουσκωμένοι και θα πρέπει να προσαρμοστούν χαμηλότερα.

Ο ευρύς χρηματιστηριακός δείκτης S&P 500 έχει σημειώσει άνοδο 11% φέτος και βρίσκεται κοντά σε ιστορικά υψηλά. Ωστόσο, ο δείκτης έχει πολλαπλασιαστή κερδών 22 φορές τα αναμενόμενα κέρδη, χαμηλότερο από το Ρ/Ε του 23,5 στις αρχές της χρονιάς.

Πολλές επιχειρήσεις αύξησαν τις προβλέψεις κερδοφορίας για το δεύτερο τρίμηνο μετά τα αποτελέσματα πρώτου τριμήνου. Φαίνεται ότι η δυναμική της κερδοφορίας θα διατηρηθεί στο δεύτερο τρίμηνο και μάλλον και στο υπόλοιπο του 2021.

Όμως οι προοπτικές για το 2022 δεν είναι τόσο ξεκάθαρες. Η κερδοφορία των επιχειρήσεων του δείκτη S&P 500 αναμένεται να αυξηθεί κατά 36,5% για όλο το 2021 και κατά 11,7% το 2022, σύμφωνα με την IBES.

Οι επενδυτές έχουν τοποθετηθεί σε μετοχές που τείνουν να ευνοούνται τα μέγιστα από την ανάπτυξη της οικονομίας από τότε που άρχισε η ανάκαμψη πέρυσι, αλλά το ζήτημα πλέον είναι πόσο διατηρήσιμη θα αποδειχτεί η ανάπτυξη. Πώς θα είναι το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της επόμενης χρονιάς;

Τη Δευτέρα ο δείκτης Dow Jones, βαρόμετρο της υγείας της οικονομίας, κέρδιζε 1,9% και σημείωνε την καλύτερη του επίδοση εδώ και τρεις μήνες με τις μετοχές των κλάδων ενέργειας και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε ζήτηση. Ο τραπεζικός δείκτης κέρδιζε 2%.

Στην Ευρώπη επίσης ανοδικά κινήθηκε η χρηματιστηριακή αγορά μετά από τα ενθαρρυντικά σχόλια της επικεφαλής της ΕΚΤ Christine Lagarde που ενίσχυσε την αισιοδοξία για ταχύτερη ανάκαμψη φέτος καθώς οι καταναλωτές αρχίζουν να ξοδεύουν.

«Οι μεταλλάξεις του ιού εξακολουθούν να είναι ένα ρίσκο αλλά οι θετικότερες προοπτικές της παγκόσμιας ζήτησης και η ταχύτερη της αναμενόμενης άνοδος των καταναλωτικών δαπανών μπορεί να οδηγήσουν σε πιο δυνατή ανάκαμψη», δήλωσε η Lagarde σε επιτροπή του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

Ο πανευρωπαϊκός δείκτης STOXX 600 έκλεισε με κέρδη 0,7% με οδηγό τις αυτοκινητοβιομηχανίες και τον κλάδο των χημικών. Η Lagarde επανέλαβε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα διατηρήσει τη νομισματική της πολιτική χαλαρή.  

«Πιστεύουμε ότι το νέο outlook της Fed δε θα μεταφραστεί σε σημαντικά υψηλότερα επιτόκια για αρκετό διάστημα ακόμη», ανέφερε η ΒlackRock σε έκθεση της. «Προτιμούμε κυκλικές μετοχές που θα ευνοηθούν από την επανεκκίνηση της παγκόσμιας οικονομίας, συστήνοντας παράλληλα θέσεις «overweight» στις βρετανικές μετοχές.