Αν σας έγραφα ότι τον μήνα που πέρασε, τον Μάιο, είχαμε μηδενικό πληθωρισμό, θα λέγατε πως «πάει, τα έχει χαμένα». Και όμως. Αν δείτε το δελτίο τιμών της ΕΛΣΤΑΤ, με επιβεβαιώνει.
Προσοχή στις λεπτομέρειες: Η συνήθης σύγκριση μέσω της οποίας αναφερόμαστε στον ρυθμό αύξησης των τιμών, τον οποίο αποκαλούμε «πληθωρισμό», είναι η σύγκριση μεταξύ των τιμών που ισχύουν την στιγμή της μέτρησης (π.χ. Μάιο 2026) με τις τιμές των ίδιων προϊόντων προ έτους (Μάιο 2025).
Σε πολλά κράτη, επί πολλά χρόνια και ακόμη σήμερα, αυτό που κοιτούσαν τα συνδικάτα, οι αγορές και οι πολίτες/εργαζόμενοι, ήταν ο πληθωρισμός μήνα-προς-μήνα. Δηλαδή πόσο ανέβηκαν οι τιμές μέσα σε ένα μήνα. Το στοιχείο αυτό μας δίνει μια καλύτερη εκτίμηση για το πως «τρέχουν» οι τιμές, ενώ το άλλο, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής, μας διαφωτίζει για τις μακροχρόνιες εξελίξεις.
Πράγματι λοιπόν, κατά το μήνα Μάιο, στην Ελλάδα, κάποιες τιμές ανέβηκαν, άλλες κατέβηκαν, αλλά ο συνολικός δείκτης έμεινε «στο 0%» σταθερός.
Εκείνο μάλιστα που είναι αξιοπρόσεκτο είναι πως η ομάδα αγαθών/υπηρεσιών που εμφάνισε τη μεγαλύτερη (κατά 1%) μείωση κατά το Μάιο, είναι οι «Μεταφορές», τομέας στον οποίο οι τιμές προσδιορίζονται κατά κύριο λόγο από τις τιμές των καυσίμων. Μετά την ισχυρή άνοδο στο δίμηνο Μαρτίου-Απριλίου, όταν εκδηλώθηκαν οι πολεμικές επιχειρήσεις στον Κόλπο και καταγράφηκαν οι επιπτώσεις τους, οι τιμές των καυσίμων, βοηθούμενες και από την κρατική επιδότηση του πετρελαίου κίνησης, σταμάτησαν να αυξάνονται και τελικά, τον προηγούμενο μήνα μειώθηκαν, ελαφρώς, όπως το κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ.
Υπ’ αυτό το πρίσμα ανατιμήσεις λόγω αυξημένου κόστους μεταφοράς ή άλλων παρομοίων επιπτώσεων του «πολέμου» δεν δικαιολογούνται. Ιδού πεδίο δόξης για τις υπηρεσίες του αρμόδιου υπουργού Θεοδωρικάκου.
Που παρατηρείται συνεχής αύξηση τιμών: Στον τομέα «Ξενοδοχεία-Καφέ-Εστιατόρια». Πράγματι, ακόμη και μέσα στον μήνα Μάιο σημειώνεται άνοδος τιμών κατά σχεδόν 3% έναντι του Απριλίου, ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης έχει πετάξει στο 8,5%.
Η τάση αυτή δεν είναι τωρινή. Από τότε που βγήκαμε από την πανδημία, ο συγκεκριμένος τομέας της οικονομίας αυξάνει συνεχώς τις τιμές του με πολύ υψηλούς ρυθμούς. Το 2025 η αύξηση ήταν, κατά μέσο όρο, στο 6,3% όταν το 2024 ήταν στο 6%, το 2023 στο 6,5% ακόμη και το 2022 στο 5,7%. Μέσα σε μια τετραετία, οι τιμές του τομέα αυτού αυξήθηκαν κατά 32,5%.
Δεν πρέπει να έχει υπάρξει ποτέ παρόμοια άνοδος τιμών σε έναν τόσο ευαίσθητο για την καθημερινότητα τομέα υπηρεσιών. Υπάρχει, βεβαίως, εξήγηση και δεν τρελάθηκαν οι επαγγελματίες. Τα διατροφικά προϊόντα αυξήθηκαν, στην ίδια περίοδο, κατά 36%, το κόστος στέγασης κοντά στο 30%. Και, βεβαίως, το κόστος εργασίας που ανέβηκε άνω του 40%. Χωρίς να υπολογίσουμε το εργασιακό κόστος προσαρμογής στις αυστηρότερες διατάξεις περί υπερωριών και καταγεγραμμένης απασχόλησης, όπως προκύπτει, για παράδειγμα με την εφαρμογή της κάρτας εργασίας. Και χωρίς να υπολογίζουμε το κόστος συμμόρφωσης στις φορολογικές διατάξεις, το οποίο πολλαπλασιάστηκε λόγω και των πληρωμών με ηλεκτρονικά μέσα.
Σημειώνω όλα αυτά για να εξηγήσουμε καλύτερα ότι ο διαφορικά υψηλότερος του μέσου ευρωζωνικού ελληνικός πληθωρισμός οφείλεται και σε ζητήματα προσαρμογής και δεν είναι αποκλειστικά είτε «εισαγόμενος», είτε προϊόν «κερδοσκοπίας».
ΥΓ.: Μετά από πέντε χρόνια συνεχούς ανόδου, ο κύκλος εργασιών (τζίρος) των δραστηριοτήτων υπηρεσιών εστίασης σημείωνε, κατά το μήνα Απρίλιο, πτώση κατά 10%. Να δούμε τι θα συμβεί το καλοκαίρι του τουρισμού...
