Να ακούς τον κεντρικό «σου» τραπεζίτη

Η Τράπεζα της Ελλάδος, δηλαδή η κεντρική τράπεζα της χώρας, που διαχειριζόταν το εθνικό νόμισμα (μέχρι την είσοδό μας στην Ευρωζώνη) και επόπτευε τη λειτουργία των εμπορικών τραπεζών (ειδικά μετά το 1988 και την εφαρμογή του Σχεδίου Καρατζά), υπήρξε, σε αυτή τη μακρά ιστορική διάρκεια, μια άξια κεντρική τράπεζα.

Κυρίως γιατί συγκρατούσε, άλλοτε αποτελεσματικότερα και άλλοτε δυσκολότερα, την εκάστοτε κεντρική κυβέρνηση (και το κομματικό σύστημα) από καταστροφικές, υποταγμένες στην εκλογική συγκυρία, αποφάσεις και ενέργειες.

Εξαιρετικής σημασίας υπήρξε πάντοτε η ετήσια «Έκθεση του Διοικητή». Οι παλαιότεροι οικονομικοί συντάκτες περίμεναν με αδήμονα προσοχή την ανάγνωση του περίφημου κεφαλαίου στο οποίο ο εκάστοτε κεντρικός τραπεζίτης διατύπωνε, σε γλώσσα οικονομικής διπλωματίας αλλά πάντως ξεκάθαρα, τις παρατηρήσεις επί της προόδου στην οικονομία αλλά και των αδυναμιών ή, κάποιες χρονιές, επικινδύνων εξελίξεων.

Όλοι, πρακτικά, οι κεντρικοί τραπεζίτες ανταποκρίθηκαν σε αυτή την αποστολή. Μεταξύ άλλων, οι Ξενοφών Ζολώτας, Δημήτριος Χαλικιάς, Θύμιος Χριστοδούλου, Γιάννης Μπούτος, Λουκάς Παπαδήμος, Νίκος Γκαργκάνας, Γιώργος Προβόπουλος και, από το 2014, Γιάννης Στουρνάρας.

Διαβάζοντας λοιπόν την χθεσινή ετήσια έκθεση, ειδικά το πρώτο κεφάλαιο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η ελληνική οικονομία σε συνθήκες αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας και αλλεπάλληλων διαταραχών», το μήνυμα είναι λιτό αλλά άμεσο και αρκούντως ανησυχητικό.

Πρώτον, η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει κινδύνους ύφεσης, «που επιβαρύνουν την πλευρά της προσφοράς και εντείνουν τις στασιμοπληθωριστικές πιέσεις».

Δεύτερον, για την οικονομία της ζώνης του ευρώ, δηλαδή το άμεσο περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας, οι ανωτέρω κίνδυνοι είναι οξύτεροι «αντανακλώντας τη διαρθρωτική ευπάθεια της ευρωπαϊκής οικονομίας σε διαταραχές στον τομέα της ενέργειας». Η ζυγαριά κινδύνων και ευκαιριών, «υποδηλώνει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία είναι εκτεθειμένη σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης χαμηλής ανάπτυξης και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων».

Τρίτον, το χρηματοοικονομικό περιβάλλον είναι ασταθές και η ενίσχυση των πληθωριστικών προσδοκιών «έχει οδηγήσει σε αναθεώρηση της αναμενόμενης πορείας της νομισματικής πολιτικής προς πιο περιοριστική κατεύθυνση».

Τέταρτον, οι δημοσιονομικές πιέσεις δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες στις κυβερνήσεις. Συγκεκριμένα, «η ανάγκη για αυξημένες δημόσιες δαπάνες σε κρίσιμους τομείς, όπως η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση, η ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας και η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της δημογραφικής γήρανσης, δημιουργεί σημαντικές δημοσιονομικές πιέσεις σε πολλές οικονομίες».

Ειδικά τώρα για την ελληνική οικονομία, ο Γιάννης Στουρνάρας προσθέτει ότι ο κίνδυνος είναι να οδηγηθεί σε «κάθοδο», η οποία θα μπορούσε να μετριασθεί «με ταχύτερη υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και ισχυρότερη επενδυτική δραστηριότητα», κάτι όμως που δεν είναι εύκολο να συμβεί.

Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι συνδέονται, κατά την κεντρική τράπεζα, με την επιμονή του πληθωρισμού, κυρίως λόγω αύξησης του κόστους, δηλαδή της ενέργειας αλλά και του κόστους εργασίας.

Στην άλλη πλευρά όμως, «η ελληνική οικονομία διαθέτει σημαντικούς παράγοντες ανθεκτικότητας, οι οποίοι έχουν ήδη συμβάλει στην αποτελεσματική απορρόφηση διαδοχικών εξωγενών διαταραχών τα τελευταία έτη». Δηλαδή, καλά δημοσιονομικά, ισορροπία στο δημόσιο χρέος, πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, παράγοντες που μπορούν, αν όλα πάνε καλύτερα από το αναμενόμενο, να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας.

Τι πρέπει να γίνει λοιπόν, ώστε να αντιμετωπισθεί η παρούσα κρίση υπό καλύτερες προϋποθέσεις. Το μήνυμα Στουρνάρα είναι μάλλον απλό, ίσως και διαχρονικό. Περισσότερες επενδύσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα, ειδικά σε καινοτομία και ψηφιοποίηση, διαρκή καταπολέμηση φοροδιαφυγής και μείωση ενεργειακού κόστους.

Μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο διεθνών συναλλαγών με «σταδιακή υποκατάσταση εισαγωγών σε τομείς όπου υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης εγχώριας παραγωγής».

Ιδιαίτερη στήριξη τουρισμού με ποιοτικά κριτήρια την «αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού και τη βελτίωση των συνθηκών απασχόλησης».

Ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος με «βελτίωση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, μέσω κατάλληλων χρηματοδοτικών εργαλείων και μηχανισμών επιμερισμού του κινδύνου».

Επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και «συνολική βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δικαστικού συστήματος».

Επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης «με έμφαση στη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και στη διασφάλιση προσιτού ενεργειακού κόστους».

Αναπροσανατολισμό των κοινωνικών πολιτικών με καλύτερα στοχευμένες δράσεις των κρατικών μεταβιβάσεων «ώστε οι διαθέσιμοι πόροι να κατευθύνονται αποτελεσματικότερα προς τα πλέον ευάλωτα νοικοκυριά».

Ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα με «ενίσχυση της παραγωγικότητας, της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητας του αγροτικού τομέα με στροφή της αγροτικής πολιτικής προς επενδύσεις, καινοτομία, υψηλές δεξιότητες και σύγχρονα επιχειρηματικά σχήματα».

Ταχύτερη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους με αξιοποίηση «των υψηλών ταμειακών διαθεσίμων για την πρόωρη αποπληρωμή δανείων» και την επιτάχυνση των πρώτων μνημονιακών δανείων.

Εντονότερη και πιο «αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και διεύρυνση της φορολογικής βάσης», με παράλληλη επαναξιολόγηση των φοροαπαλλαγών και κατάργηση σειράς αποσπασματικών ρυθμίσεων.

Συμπέρασμα, κατά τον κεντρικό τραπεζίτη: σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας η πολιτική σταθερότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας.

Μήνυμα προς τους πολιτικούς, αμφοτέρων των παρατάξεων: οι κομματικές επιδιώξεις, θεμιτές και απαραίτητες στη Δημοκρατία και οι εκλογικοί σχεδιασμοί πρέπει να κατατείνουν στη διασφάλιση της κυβερνητικής σταθερότητας.

Δεν προβλέπω ότι, στους αμέσως επόμενους μήνες, οι πολιτικοί αρχηγοί θα ακούσουν τον κεντρικό «τους» τραπεζίτη. Οι επιπτώσεις, αρνητικές, θα είναι, σε αυτή την περίπτωση, περισσότερες από όσες θα φέρει η εν εξελίξει μεγάλη κρίση.