Είχα σκοπό να μη γράψω τίποτε απ’ αφορμή τα στιγμιότυπα που ξάφνου εισέβαλαν στην καθημερινότητά μας για να μας θυμίσουν μία από τις πολλές θηριωδίες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όμοια με όλες εκείνες που συνήθως γίνονται στους τόσους πολλούς πολέμους. Όμοια με τις τόσες άλλες σε τόσες άλλες χώρες. Όμοια με όσα η Ευρώπη αποφάσισε να αφήσει πίσω της ιδρύοντας την πολιτική και οικονομική Ένωσή της.
Είναι όμως τόσο ξεδιάντροπη η εκμετάλλευση εκ μέρους συγκεκριμένων πολιτικών, που δεν είμαι μάλιστα σίγουρος πως δάκρυζαν συχνά για τα «νεκρά παλικάρια, που το αίμα (τους) στάζει στις πέτρες του βουνού», που με έκανε να αφήσω εδώ δυο κουβέντες, μαζί με τις τόσες άλλες πολύ ενδιαφέρουσες που ήδη κατατέθηκαν.
Ήταν τόσο ενοχλητικός ο επιτηδευμένος θυμός του κ. Κουτσούμπα, που άρχισε να απαιτεί και να δίνει οδηγίες για το τι πρέπει να γίνει, πως πρέπει να του παραδοθούν οι φωτογραφίες και διάφορες άλλες ασυναρτησίες που θέλουν να τυλίξουν τον πατριωτισμό στις ιδεολογικές τους μηχανορραφίες. Γι αυτό έβαλε τους «συντρόφους» να κάνουν τις συνηθισμένες αγκιτάτσιες, όπως το πανό που σήκωσε στην τουριστική θέση της Ακροναυπλίας το «Συμβούλιο Περιοχής Πελοποννήσου της ΚΝΕ» συνοδευμένο με την ακόλουθη δήθεν συναισθηματική αλλά ταυτόχρονα απειλητική προειδοποίηση: «Κάθε φορά που διαβαίνουμε αυτόν τον δρόμο που οδηγεί στην Ακροναυπλία, μας πιάνει το ίδιο σφίξιμο από περηφάνια, το ίδιο ρίγος από συγκίνηση, η ίδια αποφασιστικότητα ότι θα καταφέρουμε στο τέλος η εργατική τάξη να νικήσει, με το ΚΚΕ μπροστάρη και καθοδηγητή».
Βεβαίως οι «σύντροφοι» δεν είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν ότι οι φυλακές στ’ Ανάπλι, έχουν γκρεμιστεί, σταδιακά, πριν πολλά χρόνια (από τη Χούντα μάλιστα...) και στη θέση τους έχουμε δύο πολύ όμορφα ξενοδοχεία. Ούτε πολλοί άλλοι «στο κόμμα» θα το γνωρίζουν, καμία σημασία δεν έχει, αρκεί να νομίζουν ότι υπάρχουν ακόμη «κολαστήρια για κομμουνιστές». Ούτε οι φυλακές Αβέρωφ, απέναντι από το «Νικολαΐδης» δεν υπάρχουν πια, από τις οποίες πάμπολλοι άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι πέρασαν, θύματα και θύτες οι περισσότεροι της εμφύλιας ένοπλης σύγκρουσης που οργάνωσαν, άσκοπα και πονηρά, οι υπηρέτες του Στάλιν, όπως είχαν ήδη καταντήσει το κόμμα των κομμουνιστών εκείνης της περιόδου.
Ήρωες είναι οι άνθρωποι. Ήρωες γίνονται με την προσωπικότητά τους. Ήρωες δεν τους κάνει το «κόμμα» και τον ηρωισμό τους δεν τον χρωστάνε σε κανέναν. Το δείχνει η αξιοπρέπειά τους στον φακό. Δεν ήταν οι πρώτοι. Ήταν μεταξύ των τελευταίων. Που κάνει εκείνη τη στιγμή του ’44, στην Καισαριανή, ακόμη πιο άδικη. Τους είχε ήδη «σκοτώσει» η απομόνωση της φυλακής που δεν τους είχε επιτρέψει να συμμετάσχουν σε γενναίες πράξεις αντίστασης, όπως με κάθε σιγουριά θα έκαναν μαζί με τόσους άλλους, εναντίον των κατακτητών: Γερμανών, Ιταλών και Βούλγαρων. Δεν ήταν αντιστασιακοί, ήσαν πολιτικοί κρατούμενοι, που ποτέ δεν έπρεπε να είναι στ’ Ανάπλι και τουλάχιστον θα έπρεπε, ως πράξη πολιτικής ανδρείας, να έχουν αφεθεί ελεύθεροι από την τότε κυβέρνηση προτού φτάσει ο κατακτητής.
Λεπτομέρειες όμως όλα αυτά για τους ιδιοκτήτες της «κομμουνιστικής ιστορίας» που καμία όρεξη δεν έχουν να δώσουν στους ιστορικούς τα τόσα ντοκουμέντα που διαθέτουν, ώστε να γραφτεί επιτέλους η Ιστορία των Νέων Χρόνων και να την διδάσκονται οι νεότεροι. Όχι σαν κι εμάς, τους παλαιότερους, που ο ιστορικός μάς σταμάταγε στους ένδοξους Βαλκανικούς αφού κανείς δεν ήθελε να «διδάξει» Εθνικό Διχασμό, Μικρασιατική Καταστροφή, Δικτατορίες του ’20 και του ’30 στη σειρά και βεβαίως τον τελικά τόσο πρόσφατο Εμφύλιο Σπαραγμό.
Και καλά το ΚΚΕ με τους μύθους του, αλλά άκουγα κατι παλικαράκια συριζαίους να λένε άλλες τις δικές τους απερίγραπτες ανοησίες, σπεκουλάροντας όσο προλαβαίνουν κι αυτοί με τις ζωές εκείνων που εκτελέστηκαν σε αντίποινα πράξεων που βαπτίστηκαν «αντιστασιακές» χωρίς κανείς να τις έχει, μέχρι σήμερα, αναγνωρίσει ως τέτοιες.
Μένουν οι φωτογραφίες. Μένει να ορίσει το υπουργείο Πολιτισμού, που υπό την κυρία Μενδώνη, έκανε για μια ακόμη φορά σωστά και γρήγορα τη δουλειά του, ένα τμήμα, δυο - τρεις άξιους υπαλλήλους, που θα «κυνηγούν» τεκμήρια, όπου βρεθούν, τα οποία θα μας επιτρέπουν να αγκαλιάζουμε την καθημερινότητα σε όλες τις στιγμές της.
Τεκμήρια τα οποία προφανώς ανήκουν στο κράτος και δεν υπάρχει κανείς λόγος να παραδοθούν σε κάποιους οι οποίοι θέλουν να γράφουν και να ξαναγράφουν την Ιστορία του Τόπου κατά πως τους βολεύει την σήμερον ημέρα. Εδώ δεν έχουν ακόμη καταφέρει να τελειώσουν το γράψιμο, προφανώς με τον δικό τους τρόπο και τα δικά τους λόγια, της δικής τους ιστορίας...
