Μηνύματα για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα έστειλε την Πέμπτη το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε ειδική έκθεση του αναφορικά με την αξιολόγηση του χρηματοπιστωτικού κλάδου στη χώρα μας.
Όπως σημειώνεται στη σχετική ανακοίνωση, το ΔΝΤ εστιάζει «δύο βασικούς τομείς:
- τα ζητήματα που επηρεάζουν την εκτέλεση ενυπόθηκων δανείων στην Ελλάδα· και
- τις επιλογές αναδιοργάνωσης που έχουν στη διάθεσή τους οι μεγάλες επιχειρήσεις.
Η εκτέλεση ενυπόθηκων δανείων θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντική, δεδομένου του πολύ υψηλού επιπέδου των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, εκ των οποίων τα στεγαστικά δάνεια αποτελούν το ένα τρίτο των NPL που κατέχονται πλέον κυρίως από μη τραπεζικά ιδρύματα και διαχειρίζονται οι ελληνικές εταιρείες διαχείρισης πιστωτικών απαιτήσεων.
Ως εκ τούτου, η εκτέλεση ενυπόθηκων δανείων είναι κρίσιμη για τη διαδικασία επίλυσης των παλαιών μη εξυπηρετούμενων δανείων».
Ακόμα, το Ταμείο Αναφέρει πως οι ελληνικές τράπεζες προχώρησαν σε σημαντική εξυγίανση των περιουσιακών τους στοιχείων από το 2019 και μετά, μέσω άμεσων πωλήσεων και κρατικά υποστηριζόμενων προγραμμάτων τιτλοποίησης μη εξυπηρετούμενων δανείων (τα λεγόμενα προγράμματα «Ηρακλής»).
Οι διαδικασίες αυτές οδήγησαν σε απότομη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών (από 43,5% τον Ιούνιο του 2019 σε 3,3% τον Σεπτέμβριο του 2025).
Ωστόσο, οι servicers εξακολουθούν να διαχειρίζονται ένα μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων και άλλων προβληματικών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία πλέον ανήκουν σε επενδυτικά κεφάλαια. Πρόκειται για περισσότερα από 3 εκατομμύρια δάνεια —εκ των οποίων τα 2,9 εκατομμύρια είναι μη εξυπηρετούμενα— τα οποία αντιπροσωπεύουν το 33% του ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025, σύμφωνα με στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2025».
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος τον Σεπτέμβριο 2025, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) διαχειρίζονται ενεργητικό ονομαστικής αξίας €92,9 δισ., εκ των οποίων €77,6 δισ. αφορούν NPLs τραπεζικής προέλευσης. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 37,4% του ελληνικού ΑΕΠ του 2025. Τρία διεθνή σχήματα —η Cepal Hellas, η doValue Greece και η Intrum Hellas.
Η εικόνα για τους πλειστηριασμούς
Στη συνέχεια, το ΔΝΤ παρουσιάζει στοιχεία για την πορεία των πλειστηριασμών.
«Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, το μέσο ποσοστό επιτυχίας των δημοπρασιών κυμάνθηκε περίπου στο 20%. Από τις επιτυχημένες δημοπρασίες, περίπου οι μισές αφορούν διαμερίσματα ως αντικείμενο πώλησης.
Επίσης, τουλάχιστον το 60% του συνόλου των ακινήτων που πωλήθηκαν αποκτήθηκαν από εταιρείες ακινήτων. Περίπου το 70% του συνόλου των ακινήτων που πωλήθηκαν εκποιήθηκαν κατά την πρώτη δημοπρασία. Κατά μέσο όρο, η διαφορά στην τιμή κλεισίματος ανέρχεται σε περίπου οκτώ τοις εκατό.
Υπάρχει έλλειψη ανταγωνισμού για τα ακίνητα που δημοπρατούνται, η οποία φαίνεται να οφείλεται σε ένα συνδυασμό διαφόρων παραγόντων:
- η έλλειψη πρόσβασης στο ακίνητο για σκοπούς επιθεώρησης πριν από τη δημοπρασία σημαίνει ότι η εσωτερική κατάσταση του ακινήτου δεν μπορεί να ληφθεί ακριβώς υπόψη στην τιμολόγηση·
- η έλλειψη πρόσβασης επιδεινώνεται περαιτέρω από την επικράτηση παράνομων ανακαινίσεων και προσθηκών (οικοδομικές παραβάσεις) στην Ελλάδα και την έλλειψη πληροφοριών σχετικά με αυτές, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο για τον αγοραστή και επηρεάζει την ακρίβεια της εκτίμησης·
- η αδυναμία μεταπώλησης ενός ακινήτου που αποκτήθηκε μέσω δημοπρασίας, εκτός εάν πρώτα διορθωθούν τυχόν παράνομες ανακαινίσεις και προσθήκες, σημαίνει ότι πολλοί αγοραστές αποφεύγουν τα δημοπρατούμενα ακίνητα λόγω των άγνωστων νομικών και οικονομικών κινδύνων· \
- η περιορισμένη διαθεσιμότητα τραπεζικής χρηματοδότησης για ακίνητα που πωλούνται σε δημοπρασία, λόγω των σχετικών κινδύνων· και (v) το κοινωνικό στίγμα που συνδέεται με την αγορά ενός ακινήτου που έχει κατασχεθεί.
Επιπλέον, ορισμένες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων είναι εξ ορισμού λιγότερο εμπορεύσιμες (π.χ. περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα). Οι ανωτέρω ασυμμετρίες πληροφοριών σημαίνουν επίσης ότι, στην πράξη, τα πλεονεκτικά ακίνητα τείνουν να πωλούνται εκτός της διαδικασίας της δημοπρασίας.
Οι προτάσεις του ΔΝΤ
Στην έκθεση το ΔΝΤ απευθύνει σειρά συγκεκριμένων συστάσεων στις ελληνικές αρχές.
- Ενίσχυση της εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η ΤτΕ πρέπει να αξιοποιήσει το σύνολο των διαθέσιμων εποπτικών εξουσιών της και να αυξήσει τους πόρους της.
- Να απαιτηθεί από τους servicers η εκπόνηση τακτικών επιχειρηματικών σχεδίων, ώστε να αξιολογείται η απόκλιση μεταξύ στόχων και αποτελεσμάτων. Επί του παρόντος, οι servicers δεν υποχρεούνται να υποβάλλουν επιχειρηματικά σχέδια για τη μισή περίπου εκκρεμή δανειακή τους έκθεση.
- Ενισχυμένο συντονισμό μεταξύ ΤτΕ και κυβερνητικών υπηρεσιών, αξιοποιώντας τη Διυπουργική Ομάδα Εργασίας που συστάθηκε τον Αύγουστο 2025.
- Δημοσίευση ετήσιας έκθεσης για την πορεία του «Ηρακλή» και η δημιουργία ενημερωμένου δημόσιου ιστότοπου με αναλυτικά δεδομένα.
Για το Νόμο Κατσέλη
Σημειώνεται ακόμα πως το ΔΝΤ κάνει αρκετές φορές στο πως ο νόμος Κατσέλη επηρεάζει τον κλάδο των servicers, στον απόηχο της απόφασης του Αρείου Πάγου για τους δανειολήπτες προ εβδομάδων.
Όπως αναφέρει η έκθεση:
«Υπάρχει συσσώρευση υποθέσεων που σχετίζονται με τον λεγόμενο "Νόμο Κατσέλη", η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως.
Παρότι ο Νόμος Κατσέλη έληξε τον Φεβρουάριο του 2019, ένας σημαντικός αριθμός παλαιών υποθέσεων (5,4 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων που ανήκουν σε funds σύμφωνα με στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2025, ποσό που αντιστοιχεί στο 7,4% των χαρτοφυλακίων τους) εξακολουθεί να εκκρεμεί εν αναμονή της έκδοσης τελικής δικαστικής απόφασης.
Αυτό, με τη σειρά του, περιορίζει τη δυνατότητα των servicers να κινήσουν νομικές διαδικασίες εκτέλεσης κατά των εν λόγω οφειλετών και των εξασφαλίσεών τους.
Η κατάσταση αυτή πρέπει να επιλυθεί επειγόντως, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός καταργήθηκε πριν από επτά χρόνια. Ως εκ τούτου, το Υπουργείο Δικαιοσύνης θα πρέπει να διαθέσει τους απαραίτητους πόρους για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτής της συσσώρευσης εκκρεμών υποθέσεων στα δικαστήρια.
Γενικότερα, το Υπουργείο Οικονομικών θα πρέπει να απαιτήσει από τους servicers να υποβάλλουν στατιστικά στοιχεία σχετικά με τους μη συνεργάσιμους δανειολήπτες, τα οποία θα συμβάλουν στις αξιολογήσεις των διαχειριστών και θα βοηθήσουν περαιτέρω στον εντοπισμό και την εξάλειψη άλλων θεσμικών και πολιτικών εμποδίων που σχετίζονται με την αφερεγγυότητα και τα δικαιώματα των πιστωτών.
