Στον ρόλο καταλύτη που μπορούν να παίξουν οι ελληνικές τράπεζες μετά την ολοκλήρωση της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας αναφέρθηκε -μεταξύ άλλων- ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, Γιώργος Ζανιάς.
Μιλώντας στην ετήσια Γενική Συνέλευση της ΕΕΤ, ο κ. Ζανιάς σημείωσε ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και η ελληνική οικονομία έχουν αφήσει οριστικά πίσω τους την πολυετή κρίση, έχοντας ανακτήσει σημαντικό μέρος της αξιοπιστίας τους απέναντι στη διεθνή επενδυτική κοινότητα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις «ιστορίες επιτυχίας» που συζητούνται στα διεθνή επενδυτικά και θεσμικά fora, εξέλιξη που αντανακλά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια.
Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν πλέον την κεφαλαιακή ισχύ, τη ρευστότητα και την τεχνογνωσία ώστε να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τις επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά, τις μεγάλες επενδύσεις και τα έργα υποδομής ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των χρηματοδοτήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης, διατηρώντας τον αναπτυξιακό τους ρόλο στην ελληνική οικονομία.
Η εξυγίανση των τραπεζών και η επενδυτική βαθμίδα
Ο πρόεδρος της ΕΕΤ συνέδεσε άμεσα την ανάκαμψη του τραπεζικού συστήματος με την επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα.
Όπως ανέφερε, παρότι η ελληνική οικονομία είχε επιστρέψει ήδη από το 2019 σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ρυθμούς ανάπτυξης κοντά στο 2%, εξακολουθούσε να βρίσκεται εκτός investment grade.
Συμπλήρωσε ότι όταν είχε ρωτήσει στελέχη μεγάλου διεθνούς οίκου αξιολόγησης πότε η Ελλάδα θα αποκτούσε ξανά την επενδυτική βαθμίδα, η απάντηση ήταν πως αυτό θα συνέβαινε όταν οι ελληνικές τράπεζες θα είχαν αποκτήσει ξανά τη δυνατότητα να επιτελέσουν τον αναπτυξιακό τους ρόλο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε μονοψήφιο ποσοστό το 2022 αποτέλεσε σημείο καμπής για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και συνέβαλε στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από τη χώρα το 2023.
Από την κρίση στην ανάκαμψη
Ο κ. Ζανιάς σημείωσε ότι η συνολική αξία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ξεπερνά πλέον τα 50 δισ. ευρώ, όταν στα χρόνια της κρίσης είχε υποχωρήσει ακόμη και κοντά στο 1 δισ. ευρώ. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι, παρά τις πρωτοφανείς αναταράξεις της προηγούμενης δεκαετίας, οι καταθέτες δεν έχασαν ούτε ένα ευρώ από τις καταθέσεις τους.
Όπως είπε, η χρηματοπιστωτική και η δημοσιονομική κρίση είχαν βαρύ οικονομικό και κοινωνικό κόστος, ωστόσο λειτούργησαν ως αφετηρία για τη βαθιά αναδιάρθρωση τόσο της ελληνικής οικονομίας όσο και του τραπεζικού συστήματος. «Πήραμε το μάθημά μας με σκληρό τρόπο, αλλά καταφέραμε να γυρίσουμε τη σελίδα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σήμερα, πρόσθεσε, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν υψηλή ρευστότητα, ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και κερδοφορία, ενώ λειτουργούν σε ένα ιδιαίτερα αυστηρό εποπτικό πλαίσιο, το οποίο διασφαλίζει ότι δεν θα επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.
Όπως υποστήριξε, οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τις ευρωπαϊκές, επισημαίνοντας ότι το επιτοκιακό περιθώριό τους βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με εκείνο της Ισπανίας και της Πορτογαλίας και πολύ κοντά σε αυτό της Αυστρίας.
Πάνω από 16 δισ. ευρώ νέες χορηγήσεις
Ο πρόεδρος της ΕΕΤ υπογράμμισε ότι οι νέες χορηγήσεις δανείων ξεπέρασαν τα 16 δισ. ευρώ το 2025, με τη θετική πορεία να συνεχίζεται και το 2026.
Όπως είπε, οι ελληνικές τράπεζες χρηματοδοτούν σχεδόν το σύνολο των μεγάλων έργων υποδομής, καθώς και σημαντικές ξένες επενδύσεις που υλοποιούνται στη χώρα, ενώ η ισχυρή κερδοφορία τους επιτρέπει να επενδύουν σημαντικά κεφάλαια στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στις νέες τεχνολογίες, αλλά και να ανταμείβουν τους μετόχους τους έπειτα από πολλά χρόνια.
Παράλληλα, σημείωσε ότι οι ψηφιακές υπηρεσίες των τραπεζών έχουν συμβάλει σημαντικά και στον περιορισμό της φοροδιαφυγής, μέσω της ενίσχυσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Κλείνοντας, ο κ. Ζανιάς εκτίμησε ότι η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο, χωρίς όμως να έχει ολοκληρώσει ακόμη τη διαδρομή της σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Όπως ανέφερε, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αποτελεί πλέον βασικό πυλώνα για τη διατήρηση της αναπτυξιακής πορείας της χώρας, συμβάλλοντας τόσο στην οριστική υπέρβαση των τελευταίων συνεπειών της κρίσης όσο και στην περαιτέρω ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
