Δεν υπάρχει λόγος να προσποιούμαστε ότι οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις δεν άφησαν αποτύπωμα στην Ελλάδα. Άφησαν. Δρόμοι, λιμάνια, αεροδρόμια, δίκτυα και μεγάλα έργα υποδομής έγιναν με πόρους που το ελληνικό κράτος, μόνο του, δύσκολα θα είχε κινητοποιήσει στον ίδιο βαθμό. Η χώρα άλλαξε. Αυτό είναι αλήθεια. Η πιο ενδιαφέρουσα αλήθεια όμως είναι άλλη: πιθανότατα άλλαξε πολύ αργότερα και πολύ ακριβότερα απ’ όσο θα είχε αλλάξει αν δεν είχε μάθει να εξαρτάται από αυτό το μοντέλο χρηματοδότησης.
Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα. Όχι στα ίδια τα έργα, αλλά στα κίνητρα που δημιουργεί ο τρόπος χρηματοδότησής τους. Όταν ένα πολιτικό σύστημα ξέρει ότι μπορεί να αντλεί πόρους από ένα υπερεθνικό ταμείο, αρχίζει να οργανώνεται γύρω από την απορρόφηση και όχι γύρω από την παραγωγή. Μαθαίνει να σκέφτεται με όρους προγραμμάτων, επιλεξιμότητας, εγκρίσεων και κατανομών. Δεν πιέζεται αρκετά να γίνει γρήγορο, λιτό, λειτουργικό και φιλικό προς την ιδιωτική επένδυση. Δεν εξαναγκάζεται να χτίσει θεσμούς που να επιτρέπουν στην πραγματική οικονομία να παράγει πλούτο χωρίς δεκανίκια.
Αυτό δεν είναι ηθική αποτυχία συγκεκριμένων πολιτικών. Είναι δομική συνέπεια του συστήματος. Οι πολιτικοί, στην πλειονότητά τους, δεν κάνουν κάτι εξωφρενικό ή ανεξήγητο. Ανταποκρίνονται στα κίνητρα που έχουν μπροστά τους. Όταν το σύστημα επιβραβεύει εκείνον που φέρνει «χρήματα απ’ έξω», εκείνον που εντάσσει έργα, εκείνον που ανακοινώνει πακέτα και απορροφήσεις, τότε προς τα εκεί θα κινηθεί η πολιτική ενέργεια. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι της πολιτικής είναι τέρατα. Το πρόβλημα είναι ότι λειτουργούν μέσα σε μια αρχιτεκτονική που ανταμείβει τη διαχείριση πόρων περισσότερο από τη δημιουργία συνθηκών ελευθερίας και ανάπτυξης.
Γι’ αυτό και τα ευρωπαϊκά κονδύλια έχουν τόσο μεγάλη πολιτική γοητεία. Επειδή δίνουν ορατά αποτελέσματα χωρίς να φαίνεται καθαρά το συνολικό κόστος. Το έργο φαίνεται. Η κορδέλα κόβεται. Η πινακίδα μπαίνει. Η δαπάνη όμως χάνεται μέσα στη θεσμική ομίχλη των ευρωπαϊκών μηχανισμών, της συγχρηματοδότησης, της γραφειοκρατίας και των πολλαπλών επιπέδων λογοδοσίας. Έτσι το πολιτικό σύστημα μαθαίνει να επενδύει στο θεαματικό και όχι απαραίτητα στο αποδοτικό.
Η πραγματική οικονομία λειτουργεί διαφορετικά. Δεν ζει από τις ανακοινώσεις, ούτε από τις εντάξεις. Ζει από σταθερούς κανόνες, γρήγορη δικαιοσύνη, χαμηλότερη φορολογία, καθαρές άδειες, φθηνότερο κεφάλαιο και ασφαλές περιβάλλον για επένδυση. Ζει από ανθρώπους που ρισκάρουν δικά τους χρήματα και περιμένουν απόδοση, όχι επιδότηση. Όταν όμως μια χώρα μαθαίνει να αντιμετωπίζει την ανάπτυξη κυρίως ως ζήτημα κατανομής κονδυλίων, αργεί να κάνει το δύσκολο αλλά αναγκαίο βήμα: να απελευθερώσει πραγματικά την παραγωγή.
Έτσι εξηγείται η ελληνική αντίφαση. Ναι, η χώρα βελτιώθηκε χάρη σε ευρωπαϊκούς πόρους. Αλλά ακριβώς αυτή η ευκολία χρηματοδότησης μείωσε την πίεση για βαθύτερες μεταρρυθμίσεις. Αντί να χτίσουμε γρήγορα ένα κράτος που υπηρετεί την οικονομία, συχνά χτίσαμε αργά ένα κράτος που διαχειρίζεται καλύτερα φακέλους. Αντί να κάνουμε την παραγωγή πιο ελεύθερη, κάναμε την απορρόφηση πιο επαγγελματική. Και έτσι πληρώσαμε το κλασικό τίμημα των κακών κινήτρων: περισσότερη καθυστέρηση, μεγαλύτερο κόστος, λιγότερη αυθόρμητη ανάπτυξη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μηδενίσουμε τη συμβολή των επιδοτήσεων. Σημαίνει ότι πρέπει επιτέλους να δούμε το όριό τους. Οι υποδομές είναι χρήσιμες. Δεν αρκούν όμως. Μια χώρα δεν πλουτίζει επειδή απορροφά κονδύλια. Πλουτίζει όταν απελευθερώνει την εργασία, την επιχειρηματικότητα και το κεφάλαιο. Και όσο το ελληνικό κράτος αισθάνεται πιο άνετα να κυνηγά χρηματοδοτικά εργαλεία παρά να ξηλώνει εμπόδια, θα συνεχίζουμε να προχωράμε, αλλά πιο αργά και πολύ ακριβότερα απ’ όσο θα έπρεπε.
