Κάθε χρόνο, στις 27 Ιανουαρίου, πολιτικοί, κόμματα και θεσμοί στέκονται μπροστά στα μνημεία του Ολοκαυτώματος και επαναλαμβάνουν με σοβαρό ύφος δύο λέξεις: «Ποτέ Ξανά». Καταθέτουν στεφάνια, εκφωνούν συγκινητικούς λόγους και δεσμεύονται ότι η ανθρωπότητα έμαθε από τη μεγαλύτερη τραγωδία του 20ού αιώνα. Αν όμως το «Ποτέ Ξανά» περιορίζεται σε επετείους, σε φωτογραφίες και σε τελετουργικές δηλώσεις, τότε δεν είναι υπόσχεση. Είναι υποκρισία.
Οι εικόνες που είδαμε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μία ακόμη πολιτική διαμαρτυρία. Όταν ομάδες ανθρώπων πραγματοποιούν «περιπολίες» αναζητώντας «σιωνιστές», δεν ασκούν πολιτική κριτική. Δημιουργούν ένα κλίμα φόβου απέναντι σε ανθρώπους που αναγνωρίζονται ή θεωρούνται Εβραίοι ή Ισραηλινοί. Σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία, κανένας πολίτης και κανένας επισκέπτης δεν θα έπρεπε να αισθάνεται ότι μπορεί να γίνει στόχος εξαιτίας της θρησκείας, της καταγωγής ή της εθνικής του ταυτότητας. Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι το μήνυμα που εκπέμπεται όταν η δημόσια στοχοποίηση γίνεται ανεκτή.
Το ακόμη πιο οδυνηρό είναι ότι όλα αυτά συνέβησαν στη Θεσσαλονίκη. Όχι σε μια οποιαδήποτε πόλη, αλλά στην πόλη που υπήρξε επί αιώνες μία από τις μεγαλύτερες εβραϊκές μητροπόλεις της Ευρώπης. Στην πόλη που έχασε σχεδόν ολόκληρη την εβραϊκή της κοινότητα στα στρατόπεδα εξόντωσης. Στην πόλη που είδε δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες της να στοιβάζονται στα τρένα με προορισμό το Άουσβιτς και ελάχιστους να επιστρέφουν. Στην πόλη που για πολλά χρόνια σιώπησε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε απέναντι στις δικές της ευθύνες, στην καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου και στην αργοπορημένη αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης. Η Θεσσαλονίκη γνωρίζει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη πού μπορεί να οδηγήσει η στοχοποίηση των Εβραίων. Γι’ αυτό και έχει ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη να μην επιτρέψει ούτε την παραμικρή επιστροφή τέτοιων εικόνων.
Εξίσου ανησυχητικό είναι ότι όσοι πρωταγωνιστούν σε τέτοιες ενέργειες επιχειρούν να εμφανίζονται ως εκπρόσωποι της Αριστεράς ή του αντιφασισμού. Πρόκειται για μια ιστορική διαστρέβλωση. Η δημοκρατική Αριστερά υπήρξε διαχρονικά η πολιτική παράδοση που πολέμησε τον ναζισμό, υπερασπίστηκε τις μειονότητες και αντιστάθηκε σε κάθε μορφή ρατσισμού. Αριστερός δεν είναι εκείνος που στοχοποιεί ανθρώπους λόγω της θρησκείας ή της καταγωγής τους. Δεν είναι εκείνος που εκφοβίζει οικογένειες επειδή πηγαίνουν στη συναγωγή ή επειδή μιλούν εβραϊκά στον δρόμο. Δεν είναι εκείνος που μετατρέπει μια ολόκληρη θρησκευτική κοινότητα σε συλλογικό εχθρό. Αυτή δεν είναι Αριστερά. Είναι φανατισμός. Και ο φανατισμός, όποια ιδεολογική μάσκα κι αν φορά, οδηγεί πάντα στον ίδιο σκοτεινό δρόμο.
Γι’ αυτό απευθύνομαι σήμερα στους ανθρώπους της πραγματικής δημοκρατικής Αριστεράς. Σε εκείνους που πιστεύουν ειλικρινά στην ισότητα, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην προστασία κάθε μειονότητας. Σηκώστε τη φωνή σας. Μην αφήσετε τον αντισημιτισμό να εμφανίζεται ως δήθεν προοδευτική στάση. Μην επιτρέψετε σε ακραίες ομάδες να οικειοποιούνται μια πολιτική παράδοση που οικοδομήθηκε πάνω στην αντίσταση απέναντι στον φασισμό. Δεν σας ζητώ να συμφωνήσετε με την κυβέρνηση του Ισραήλ. Σας ζητώ να συμφωνήσετε ότι κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται επειδή είναι Εβραίος. Αν υπάρχει μια μειονότητα που γνωρίζει τι σημαίνει φόβος, αποκλεισμός και στοχοποίηση, είναι οι Εβραίοι. Η υπεράσπισή τους δεν είναι ζήτημα εξωτερικής πολιτικής. Είναι δοκιμασία των ίδιων των δημοκρατικών μας αξιών.
Γεννήθηκα στην Ελλάδα. Μεγάλωσα στην Ελλάδα. Σπούδασα, εργάζομαι και υπηρετώ αυτή τη χώρα ως γιατρός, πανεπιστημιακός δάσκαλος και ενεργός πολίτης. Δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι έχω άλλη πατρίδα. Κι όμως, κάθε φορά που μπαίνω στη συναγωγή γνωρίζω ότι έξω υπάρχουν αστυνομικοί. Τα παιδιά της κοινότητάς μας μεγαλώνουν θεωρώντας φυσιολογικό ότι η προσευχή τους χρειάζεται αστυνομική προστασία. Σκεφθείτε το για μια στιγμή. Αν οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική κοινότητα στην Ελλάδα χρειαζόταν μόνιμη αστυνομική φύλαξη για να λειτουργήσει ο ναός της, θα μιλούσαμε για εθνικό σκάνδαλο. Για τους Εβραίους, όμως, το έχουμε συνηθίσει. Και η συνήθεια είναι ίσως ο μεγαλύτερος εχθρός της Δημοκρατίας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν αφορά μόνο τους Έλληνες Εβραίους. Αφορά την ίδια την Ελληνική Δημοκρατία. Μπορεί η χώρα μας να εγγυηθεί ότι ένας Ισραηλινός τουρίστας, ένας Γάλλος Εβραίος ή ένας Αμερικανός Εβραίος θα αισθανθεί απολύτως ασφαλής περπατώντας στους δρόμους της; Μπορεί να διαβεβαιώσει ότι δεν θα γίνει αντικείμενο εκφοβισμού εξαιτίας της ταυτότητάς του; Αν η απάντηση δεν είναι ένα ξεκάθαρο και αδιαπραγμάτευτο «ναι», τότε το πρόβλημα δεν είναι των Εβραίων. Είναι της Δημοκρατίας μας. Και μιας χώρας που θέλει να λέγεται ευρωπαϊκή, φιλελεύθερη και κράτος δικαίου. Η ευθύνη γι’ αυτό ανήκει πρωτίστως στο κράτος. Η προστασία των πολιτών δεν εξαντλείται στην καταδίκη περιστατικών αφού αυτά συμβούν. Το κράτος οφείλει να προλαμβάνει, να αποτρέπει και να εφαρμόζει τον νόμο με αποφασιστικότητα. Η ελευθερία της έκφρασης είναι θεμέλιο της δημοκρατίας. Η οργανωμένη στοχοποίηση ανθρώπων λόγω της θρησκείας ή της καταγωγής τους δεν είναι έκφραση. Είναι εκφοβισμός. Και κάθε δημοκρατικό κράτος οφείλει να τον αντιμετωπίζει ως τέτοιο.
Απευθύνομαι, τέλος, προσωπικά στον Πρωθυπουργό, σε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς και σε κάθε βουλευτή του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Η ασφάλεια των Ελλήνων Εβραίων δεν είναι υπόθεση μιας μικρής κοινότητας. Είναι υπόθεση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Είναι ώρα να ενισχυθεί ουσιαστικά η εφαρμογή του αντιρατσιστικού πλαισίου, να διασφαλιστεί ότι κάθε οργανωμένη στοχοποίηση ανθρώπων λόγω της θρησκείας ή της καταγωγής τους αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά και να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα μηδενικής ανοχής στον αντισημιτισμό. Ο τρόπος με τον οποίο ένα κράτος προστατεύει τη μικρότερη και ιστορικά πιο δοκιμασμένη μειονότητά του αποτελεί το πιο αξιόπιστο μέτρο της ποιότητας της δημοκρατίας του.
Το Ολοκαύτωμα δεν ξεκίνησε με τους θαλάμους αερίων. Ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, όταν οι Εβραίοι έπαψαν να αντιμετωπίζονται ως συμπολίτες και άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως «οι άλλοι». Όταν κάποιοι τους έδειχναν με το δάχτυλο και οι υπόλοιποι έστρεφαν το βλέμμα αλλού. Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Πάντα, όμως, ξεκινά με την ίδια αδιαφορία απέναντι στον αποκλεισμό και τη στοχοποίηση. Γι’ αυτό το «Ποτέ Ξανά» δεν είναι μια υπόσχεση προς τους νεκρούς. Είναι μια καθημερινή υποχρέωση απέναντι στους ζωντανούς. Γιατί αν το «Ποτέ Ξανά» ισχύει μόνο στις επετείους, τότε δεν ισχύει καθόλου.
*Ηλίας Πέσσαχ, Αναπλ. Καθηγητής αιματολογίας
