Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, η απασχόληση βελτιώνεται και οι παραδοσιακοί δείκτες ανισότητας καταγράφουν πρόοδο. Ωστόσο, η καθημερινότητα λέει μια διαφορετική ιστορία, καθώς σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ φωτίζει το παράδοξο της ελληνικής οικονομίας που δείχνει από την μία ανάπτυξη και από την άλλη οικονομική ανασφάλεια.
Η χώρα έχει αφήσει πίσω της τα πιο δύσκολα χρόνια της κρίσης. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξάνεται, η απασχόληση έχει ανακάμψει και ο δείκτης Gini, ο βασικός δείκτης μέτρησης της εισοδηματικής ανισότητας, εμφανίζει βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της κατάρρευσης. Παρόλα ταύτα, η αντίληψη περί ανισότητας στην Ελλάδα παραμένει πολύ εντονότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αυτό ακριβώς το χάσμα ανάμεσα στους αριθμούς και στην εμπειρία των πολιτών επιχειρεί να εξηγήσει η μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα».
Το συμπέρασμα είναι ότι η ανισότητα δεν εξαντλείται στο εισόδημα. Η πρόσβαση στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη στέγαση και στη φροντίδα διαμορφώνει ένα πλέγμα ευκαιριών και περιορισμών που καθορίζει τελικά το αίσθημα ασφάλειας ή ανασφάλειας των πολιτών.
Εισόδημα και εργασία
Η μεταμνημονιακή ανάκαμψη είχε σαφείς νικητές και χαμένους. Τα εργαζόμενα νοικοκυριά είδαν τα εισοδήματά τους να αυξάνονται μετά το 2018, όμως όσοι εξαρτώνται κυρίως από κοινωνικές μεταβιβάσεις παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμοι. Τα νεότερα νοικοκυριά εξακολουθούν να βρίσκονται στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, ενώ οι μονογονεϊκές οικογένειες και τα νοικοκυριά με πολλά εξαρτώμενα παιδιά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο φτώχειας. Το έμφυλο εισοδηματικό χάσμα επίσης παραμένει ανθεκτικό στον χρόνο.
Η αγορά εργασίας λειτουργεί ταυτόχρονα ως μοχλός και ως εμπόδιο κοινωνικής κινητικότητας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η αυτοαπασχόληση συνδέεται με ιδιαίτερα υψηλές εσωτερικές ανισότητες εισοδήματος. Παράλληλα, η συμμετοχή στην αγορά εργασίας παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, κυρίως για τις γυναίκες και τα άτομα με αναπηρία. Το πρόβλημα επιτείνεται από τη μακροχρόνια ανεργία, η οποία εξακολουθεί να καταγράφεται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, υπονομεύοντας τις προοπτικές κοινωνικής ανόδου και διατηρώντας παγιδευμένες ολόκληρες κατηγορίες εργαζομένων.
Η μεγάλη εικόνα είναι ότι η ανάπτυξη δημιουργεί νέες ευκαιρίες, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να θεραπεύσει διαρθρωτικές αδυναμίες που διαμορφώθηκαν επί δεκαετίες και εντάθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης.
Εκπαίδευση
Η εκπαίδευση θα έπρεπε να είναι ο κατεξοχήν μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Η Ελλάδα πράγματι πέτυχε να διευρύνει σημαντικά την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ αυξήθηκε εντυπωσιακά και η συμμετοχή των γυναικών. Όμως η ποσότητα δεν μεταφράστηκε πλήρως σε ισότητα ευκαιριών.
Η μελέτη καταγράφει μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρώπη ως προς τη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα. Τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες με χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο έχουν σημαντικά μικρότερες πιθανότητες να βρεθούν σε σχολές υψηλής ζήτησης και σε επαγγέλματα με υψηλές αποδοχές. Παράλληλα, το φαινόμενο της παραπαιδείας λειτουργεί ως ένας παράλληλος μηχανισμός επιλογής, όπου η οικονομική δυνατότητα της οικογένειας μετατρέπεται σε πλεονέκτημα πρόσβασης.
Ακόμη και η τριτοβάθμια εκπαίδευση εμφανίζει δυσλειτουργίες. Πάνω από τους μισούς φοιτητές υπερβαίνουν την προβλεπόμενη διάρκεια σπουδών, γεγονός που αυξάνει το κόστος και επιβραδύνει την είσοδο στην αγορά εργασίας. Έτσι, ένα σύστημα που θεωρητικά θα έπρεπε να αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες συχνά καταλήγει να τις αναπαράγει.
Υγεία και φροντίδα
Η ανισότητα δεν μετριέται μόνο με το πορτοφόλι αλλά και με τη δυνατότητα ενός πολίτη να έχει πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μεταφέροντας σημαντικό μέρος του κόστους απευθείας στα νοικοκυριά. Για τις πιο ευάλωτες ομάδες, αυτό σημαίνει καθυστερημένη διάγνωση, αναβολή εξετάσεων ή περιορισμό της χρήσης υπηρεσιών υγείας για οικονομικούς λόγους.
Ακόμη πιο προβληματική εμφανίζεται η εικόνα στη μακροχρόνια φροντίδα. Πρόκειται για έναν από τους λιγότερο ανεπτυγμένους πυλώνες του ελληνικού κοινωνικού κράτους. Οι δημόσιες δαπάνες παραμένουν χαμηλές, η εξάρτηση από την οικογένεια είναι εξαιρετικά υψηλή και το βάρος πέφτει δυσανάλογα στις γυναίκες, οι οποίες αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της άτυπης φροντίδας ηλικιωμένων ή εξαρτώμενων ατόμων.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω του δημογραφικού. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που θα δεχθούν τις ισχυρότερες πιέσεις γήρανσης τις επόμενες δεκαετίες. Με λιγότερους διαθέσιμους οικογενειακούς φροντιστές και περισσότερους ηλικιωμένους που θα χρειάζονται υποστήριξη, η απουσία ενός ολοκληρωμένου συστήματος μακροχρόνιας φροντίδας κινδυνεύει να μετατραπεί σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις της επόμενης περιόδου.
Η στέγαση ως η νέα μεγάλη ανισότητα
Αν υπάρχει ένας τομέας που συμπυκνώνει σήμερα το αίσθημα οικονομικής ανασφάλειας, αυτός είναι η στέγαση. Η εκρηκτική αύξηση των ενοικίων μετά το 2018, σε συνδυασμό με το υψηλό ενεργειακό κόστος, έχει μετατρέψει την κατοικία σε βασική πηγή πίεσης για τα ελληνικά νοικοκυριά. Η μελέτη επισημαίνει ότι το βάρος του στεγαστικού κόστους συγκαταλέγεται στα υψηλότερα στην Ευρώπη, ιδιαίτερα για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Ταυτόχρονα, η ιδιοκατοίκηση, που επί δεκαετίες λειτουργούσε ως ανεπίσημο δίχτυ κοινωνικής προστασίας, υποχωρεί στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Η πρόσβαση σε ιδιόκτητη κατοικία εξαρτάται όλο και περισσότερο από κληρονομιές και οικογενειακή περιουσία, διευρύνοντας τη διαγενεακή ανισότητα. Για τους νεότερους, η αγορά κατοικίας μοιάζει ολοένα και πιο απρόσιτη.
Το σημαντικότερο είναι ότι οι επιπτώσεις της στεγαστικής κρίσης δεν σταματούν στο ενοίκιο ή στη δόση. Επηρεάζουν την εκπαίδευση, την υγεία, τη δυνατότητα αποταμίευσης και τελικά την κοινωνική κινητικότητα. Η κατοικία μετατρέπεται έτσι από μέσο προστασίας σε μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων.
Το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα της μελέτης του ΙΟΒΕ είναι ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο ένα πρόβλημα εισοδηματικής ανισότητας. Αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα άνισης πρόσβασης σε ευκαιρίες. Η ανάπτυξη βελτιώνει τους μέσους όρους, αλλά δεν εξαλείφει αυτόματα τα εμπόδια που συναντούν διαφορετικές κοινωνικές ομάδες στην εργασία, στην εκπαίδευση, στη στέγαση, στην υγεία και στη φροντίδα.
Η οικονομική ανασφάλεια που αισθάνονται οι πολίτες δεν αποτελεί στατιστικό παράδοξο, αλλά είναι η αντανάκλαση μιας πραγματικότητας όπου η ανάπτυξη υπάρχει, αλλά τα οφέλη της δεν γίνονται αντιληπτά με τον ίδιο τρόπο από όλους.
