EquiFund II: Πώς μπορεί να αξιοποιηθεί μια αγορά 12 δισ. ευρώ
Shutterstock
Shutterstock

EquiFund II: Πώς μπορεί να αξιοποιηθεί μια αγορά 12 δισ. ευρώ

Οι τρόποι με τους οποίους οι επιχειρήσεις μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη του ελληνικού συστήματος καινοτομίας και να βοηθήσουν τις startup της χώρας να αναπτυχθούν ευρύτερα τέθηκαν στο επίκεντρο εκδήλωσης για την παρουσίαση Στρατηγικής Σημασίας «EquiFund II» του Προγράμματος Ανταγωνιστικότητα (ΕΣΠΑ 2021-2027).

Το EquiFund II έχει προϋπολογισμό 200 εκατ. ευρώ και ακολουθεί τα βήματα προηγούμενων προγραμμάτων όπως το JEREMIE GR και το EquiFund I, τα οποία παρείχαν χρηματοδότηση και ενίσχυσαν την επιχειρηματικότητα μέσω επενδύσεων σε μετοχικό κεφάλαιο. Το πρόγραμμα δίνει έμφαση στην έρευνα και ανάπτυξη, όπως οι βιοεπιστήμες, η υγειονομική περίθαλψη και η βιωσιμότητα.

Πώς η Ευρώπη θα προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια

Στις συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την παρουσίαση, η Μερέτ Κλάουσεν, αναπληρώτρια CEO του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων (EIF), στάθηκε στην ανάγκη κινητοποίησης του ιδιωτικού τομέα για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.

Όπως επεσήμανε, ο ιδιωτικός τομέας αντιλαμβάνεται πλήρως ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται άμεση θωράκιση της βιομηχανίας της και ενδυνάμωση σε μια σειρά από κλάδους όπου υπάρχει ήδη υψηλή τεχνογνωσία.

Απαντώντας στο γιατί τα ιδιωτικά κεφάλαια συχνά προτιμούν τις ΗΠΑ έναντι της Ευρώπης, η κ. Κλάουσεν υπογράμμισε ότι ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να «τραβηχτεί» μέσω ελκυστικών προγραμμάτων, όπως το EquiFund.

«Στήνουμε δομές για την προσέλκυση επενδυτών και εδώ είναι καθοριστικός ο ρόλος του Όμιλου της ΕΤΕπ τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για τα ιδιωτικά κεφάλαια», σημείωσε. Η ίδια εμφανίστηκε αισιόδοξη για το μέλλον των venture capital, τονίζοντας ότι η Ευρώπη κάνει πλέον σταθερά βήματα για να καλύψει το χαμένο έδαφος έναντι των ΗΠΑ, προσφέροντας στους επενδυτές την ευκαιρία να ζήσουν στην ευρωπαϊκή ήπειρο το ίδιο επιτυχημένο «επενδυτικό ταξίδι».

Στο ευρύτερο μακροοικονομικό πλαίσιο αναφέρθηκε ο Βασίλης Νικήτας, Οικονομικός Σύμβουλος στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Κομισιόν.

Παρά το γεγονός ότι η Ε.Ε. αντιπροσωπεύει περίπου το 30% με 40% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ο κ. Νικήτας τόνισε ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης. «Νέα χρηματοδοτικά εργαλεία είναι απαραίτητα για να ενισχύσουμε την ευρωπαϊκή οικονομία», ανέφερε, συμπληρώνοντας πως υπάρχει πλέον σαφής επίγνωση μεταξύ των κρατών-μελών για την ανάγκη εμβάθυνσης της ενιαίας αγοράς, μέσω μεταρρυθμίσεων όπως η Ένωση Καταθέσεων και Επενδύσεων.

Εστιάζοντας στην ελληνική πραγματικότητα, ο κ. Νικήτας δεν έκρυψε ότι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ καταγράφεται και σημαντικός κατακερματισμός στον τομέα της έρευνας. Αυτό ακριβώς το κενό, όπως εξήγησε, καλούνται να γεφυρώσουν τα venture capital, λειτουργώντας ως καταλύτες ανάπτυξης.

Η απενεχοποίηση της επιχειρηματικότητας και η μετατροπή μιας ιδέας σε επιχείρηση

Στην ανάγκη μετατροπής της επιστημονικής ιδέας σε βιώσιμη επιχείρηση αναφέρθηκε η Βασιλική Παντελοπούλου, Γενική Γραμματέας Δημοσίων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. «Η Ελλάδα χωλαίνει στο να δει πώς μια ιδέα μπορεί να γίνει στην πράξη επιχείρηση. Σε αυτό ακριβώς βοηθά το EquiFund II. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι πώς μπορείς να μετατρέψεις έναν ερευνητή σε επιχειρηματία», δήλωσε.

Η κ. Παντελοπούλου επεσήμανε ότι η επιχειρηματικότητα στη χώρα προχωρά πλέον με σταθερά βήματα, ωστόσο το μεγάλο στοίχημα –τόσο σε ελληνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο– παραμένει η οργανική σύνδεση της επιστήμης και της έρευνας με την παραγωγή.

Σύμφωνα με την ίδια, ο στόχος που έχει θέσει η Κομισιόν για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και την επαναβιομηχάνιση της Ευρώπης πρέπει να μετουσιωθεί σε πράξη μέσα από τις ίδιες τις επιχειρήσεις, με το EquiFund II να αποτελεί βασικό μοχλό προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο Βασίλης Σιαδήμας, Γενικός Γραμματέας Διαχείρισης Τομεακών Προγραμμάτων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), του Ταμείου Συνοχής και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ) του ΥΠΕΘΟ, υπογράμμισε πως το 2025 οι ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις κατάφεραν να αντλήσουν πάνω από 730 εκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας άνοδο τη στιγμή που τα αντίστοιχα επενδυτικά ποσά σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες υποχωρούσαν.

«Στην ελληνική έρευνα και καινοτομία έχουν γίνει πάρα πολλά σημαντικά βήματα τα τελευταία 30 χρόνια και πλέον γεφυρώνεται ουσιαστικά το χάσμα μεταξύ της ιδέας και της επιχειρηματικότητας», υπογράμμισε ο κ. Σιαδήμας.

Ο Δημήτριος Τερζής, Γενικός Γραμματέας Έρευνας και Καινοτομίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, ανέφερε ότι τα τελευταία 6-7 χρόνια έχει επέλθει μια σημαντική αλλαγή: «Έχει απενοχοποιηθεί η έννοια της επιχειρηματικότητας στη χώρα, χάρη στις startups και την ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών». Ο κ. Τερζής τόνισε ότι πλέον υπάρχει ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο που διευκολύνει τη μετάβαση από την εμπορική ιδέα στο τελικό προϊόν, αν και διευκρίνισε ότι «είμαστε ακόμα στα μέσα της διαδρομής».

Το ενθαρρυντικό, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι πλέον υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια, με το ζητούμενο να εντοπίζεται στην ανάγκη για περισσότερες ιδέες με επιχειρηματική προοπτική (startupable ιδέες). Σημειώνεται ότι η συνολική αξία του ελληνικού οικοσυστήματος των startups ξεπερνά αυτή τη στιγμή τα 12 δισεκατομμύρια ευρώ.

Κλείνοντας, ο κ. Τερζής άνοιξε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κεφάλαιο για τις μελλοντικές επενδύσεις, αυτό της αμυντικής βιομηχανίας.

Όπως ανέφερε, υπάρχει τεράστιος όγκος τεχνολογίας και τεράστια περιθώρια ανάπτυξης, ιδιαίτερα για τις λεγόμενες τεχνολογίες διττής χρήσης  οι οποίες μπορούν να έχουν εφαρμογή τόσο στον αμυντικό όσο και στον πολιτικό τομέα. Η σημασία του κλάδου υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι τα επόμενα 10 χρόνια αναμένεται να επενδυθούν πάνω από 4 τρισεκατομμύρια ευρώ στην Ευρώπη στον ευρύτερο τομέα της Άμυνας, δημιουργώντας ένα προνομιακό πεδίο δράσης για την ελληνική καινοτομία.