«Κυριάκο δώστα όλα»;

Αν τώρα δεν προχωρήσουν σε διαρθρωτική μείωση φόρων, η έκθεση Θεσσαλονίκης θα είναι τελευταία ευκαιρία για τους Κ1 και Κ2 να δείξουν ότι δεν έχουν απωλέσει τελείως την «φόρμα» του μεταρρυθμιστή, του δίκαιου πολιτικού και του γνωστικού διαχειριστή της κοινού ενδιαφέροντος δημοσιονομικής ισορροπίας.

Δεν είναι ότι το καλύτερο για μια φιλελεύθερη κεντροδεξιά κυβέρνηση να κυκλοφορεί στην πιάτσα πως οι ανακοινώσεις που αναμένεται να κάνει εντός της ημέρας ο Κυριάκος Μητσοτάκης (Κ1) και να εξειδικεύσει, όπως συνήθως, ο Κυριάκος Πιερρακάκης (Κ2) θα είναι μια ακόμη «λαοπρόβλητη» κίνηση εισοδηματικών παροχών.

Φαίνεται πως η προεκλογική ασθένεια των Παπανδρέου έχει πλήξει και την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Είναι σαν να σκοπεύει σε κάποιον συνδυασμό του πριν σαράντα χρόνια συνθήματος, «Κυριάκο, δώστα όλα» και του άλλου ομογάλακτου συνθήματος, «Λεφτά Υπάρχουν», πριν μόλις δέκα χρόνια. Και τα δύο έβλαψαν τον τόπο εξίσου...

Η διαπίστωση ότι ο Προϋπολογισμός οδηγεί σε υπερβολική φορολόγηση έχει γίνει εδώ και πολύν καιρό, και από εμάς και από άλλους «ανησυχούντες». Δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις. Η μια μετά την άλλη οι δημοσιονομικές ανακοινώσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μια ολόκληρη δεκαετία, διαπιστώνουν ότι η δημοσιονονική διαχείριση δημιουργεί το περίφημο Υπερπλεόνασμα, απρογραμμάτιστο και μη ψηφισμένο από τη Βουλή. Το οποίο, η «καλή μας η κυβέρνηση», αρχικώς του Τσίπρα και τώρα του Μητσοτάκη, φροντίζει να «επιστρέψει» στην κοινωνία των... αδικημένων.

Μα, υπάρχουν πιο αδικημένοι από τους μισθωτούς;

Υπάρχει άλλη οικονομική και κοινωνική ομάδα που έχει υποφέρει περισσότερο από τις δημοσιονομικές «διορθώσεις», υποχρεωτικές, αρχικώς, και λιγότερο επιβεβλημένες, ακολούθως;

Δεν είναι οι μισθωτοί που πρέπει, κάθε φορά που προκύπτει δημοσιονομική «ανάσα» να ανταμείβονται πρώτοι και καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη ομάδα πολιτών;

Ακόμη τώρα, μετά την προ μηνών αλλαγή, η κλίμακα φορολόγησης του εισοδήματος δεν προσαρμόζεται αυτομάτως στον πληθωρισμό. Το πόσο σημαντικό είναι αυτό φαίνεται ακόμη περισσότερο τώρα, επειδή οι προοπτικές για την εξέλιξη των τιμών είναι δυσοίωνες με αποτέλεσμα η ακρίβεια να αφαιρεί μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη. Όταν σε κάθε χιλιάρικο που παίρνει στο χέρι ένας μισθωτός, η επιχείρηση πρέπει να πληρώσει καπέλο ένα ακόμη πεντακοσάρικο, μόνον η μείωση της φορολογίας θα έπειθε πως η κυβέρνηση ακολουθεί θαρραλέα και φιλελεύθερη οικονομική πολιτική.

Ακόμη και τότε, άλλωστε, θα χρειαζόντουσαν έκτακτα μέτρα, προσαρμοσμένα στην επιταγή ανάσχεσης των επιπτώσεων του πετρελαϊκού πολέμου.

Το «επιχείρημα» ότι δεν μας αφήνουν οι κοινοί ευρωπαϊκοί κανόνες δεν στέκει, όπως πολύ καλά γνωρίζουν όσοι υπερασπίζονται την ασκούμενη οικονομική πολιτική. Οι κρατικές δαπάνες, όποτε κι αν τις κοιτάξει κανείς, διαπιστώνει πως υπάρχουν σημαντικά περιθώρια αναπροσαρμογής και, με την κατάλληλη εξοικονόμηση, η κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να υποστηρίζει οι τομείς που χρειάζονται συνεχή ενίσχυση, όπως είναι το τρίπτυχο υγεία-παιδεία-άμυνα. Για την άμυνα το κάνει με τον καλύτερο τρόπο. Γιατί να μην παρουσιάσει ένα ειδικό σχέδιο και για τους άλλους δύο τομείς, με ταυτόχρονη αυστηρή παρακολούθηση και έλεγχο αποδοτικότητας της σχετικής δαπάνης;

Ευτυχώς, μέχρι στιγμής, η πολιτική απομείωσης του δημόσιου χρέους, παραμένει σταθερή και έχει την υποστήριξη και του Κ1 και του Κ2. Παρόλο που εξετάστηκε, η ανατροπή του προγράμματος εξόφλησης των πανάκριβων αρχικών δανείων διάσωσης του πρώτου μνημονίου, όπως ήδη το «απαιτεί» στα τηλεπαράθυρα ο νεοσυντηρητικός λαϊκισμός. «Γιατί να πληρώσουμε παλαιότερο χρέος;» ερωτούν οι πονηροί, δήθεν αφελείς, ανάμεσα στους οποίους κρύβονται όσοι ελάχιστα συνεισέφεραν στην υπερδεκαετή προσπάθεια περιορισμού των κρατικών ελλειμμάτων.

Τελευταία φορά που κοίταξα το κρατικό χρέος, παρέμενε κοντά στα 360 δισεκατομμύρια ευρώ και, σύμφωνα με τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό η κυβέρνηση θέλει να τον μειώσει στα 346 δισ. μέχρι το 2029. Δηλαδή, σε αναλογία προς το ΑΕΠ, να τον κατεβάσει από το 140% στο 120%, κάτι που, αν το επιτύχουμε θα είμαστε η δεύτερη (ίσως και η Τρίτη) χώρα με το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος.

Προσθέστε ότι οι τόκοι που πληρώνουμε κάθε χρόνο για το χρέος, παραμένουν στο απίθανο ύψος των 7,5 δισ. όσο περίπου είναι και το «πλεόνασμα» από το οποίο ετοιμάζονται να μοιράσουν «λεφτά», για καλό σκοπό, βεβαίως, αλλά και για προφανείς προεκλογικούς λόγους.