Οι Παρατάξεις, τα Κόμματα και οι «πολιτικά αδέσποτοι»

Για δεκαετίες στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, το κόμμα υπήρξε ο κεντρικός πυλώνας πολιτικής ταυτότητας και ιδεολογικής αναφοράς. Οι πολίτες συνδέονταν με τους κομματικούς σχηματισμούς για ολόκληρες γενιές, διαμορφώνοντας σχέσεις εμπιστοσύνης και αφοσίωσης. Η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ λειτουργούσαν ως σταθερές συλλογικής ένταξης, όχι ως περιστασιακές επιλογές.

Ο δεσμός με τον κομματικό μηχανισμό ήταν οργανικός και συναισθηματικός. Ταυτόχρονα, αποτελούσε τον αποκλειστικό διαμεσολαβητή ανάμεσα στον πολίτη και την εξουσία, το φίλτρο μέσα από το οποίο γινόταν αντιληπτή η πολιτική πραγματικότητα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η αμφισβήτησή του δεν εκλαμβανόταν ως θεμιτή κριτική, αλλά σχεδόν ως ρήξη με την κοινότητα.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, κάτω από την επιφάνεια της καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης, συντελείται μια αθόρυβη αλλά δομική μετατόπιση στη συμπεριφορά των Ελλήνων εκλογέων.

Μια μετατόπιση που εκφράζεται από τη σταδιακή αποσύνδεση του πολίτη από το “Κόμμα” και τον αυτοπροσδιορισμό του με όρους παράταξης. Ο εκλογέας δεν επιδιώκει πλέον ένταξη. Αναζητά μια αναφορά, πιο ευέλικτη και πιο συμβατή με τις ευρύχωρες πολιτικές ταυτότητες της Κεντροδεξιάς η της Κεντροαριστεράς.

Αυτή η μετατόπιση, ενώ αρχικά χαιρετίστηκε από το πολιτικό προσωπικό ως κομματικός απογαλακτισμός, κρύβει μια πολιτική ιδιαιτερότητα, την οποία τα κομματικά επιτελεία συχνά παραβλέπουν.

Το γεγονός ότι ένα κόμμα καταφέρνει, σε μια δεδομένη συγκυρία, να εκπροσωπεί πλειοψηφικά μια παράταξη, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι καλύπτει ολόκληρο το ιδεολογικό και αξιακό της εύρος.

Οι παρατάξεις άλλωστε, είναι πολυσυλλεκτικές δεξαμενές που περιλαμβάνουν διαφορετικές τάσεις, προσεγγίσεις και προτεραιότητες.

Όταν, λοιπόν, το κόμμα που κυριαρχικά εκπροσωπεί την παράταξη, λαμβάνει αποφάσεις που έρχονται σε ρήξη με τις αξιακές πεποιθήσεις του χώρου, το αποτέλεσμα δεν είναι η μετακίνηση αυτών των ψηφοφόρων προς την αντίπαλη παράταξη. Είναι η αναζήτηση νέας κομματικής στέγης, εντός των ορίων της ίδιας παράταξης η και η αποχή.

Το παράδειγμα με τη νομοθέτηση του γάμου των ομοφύλων, είναι διδακτικό. Ένα σημαντικό τμήμα πολιτών, ενοχλήθηκε βαθιά σε αξιακό επίπεδο. Οι άνθρωποι αυτοί δεν μετακινήθηκαν ξαφνικά προς το απέναντι στρατόπεδο. Παρέμειναν εντός του χώρου, αλλά πρόσθεσαν ένα τεράστιο ερωτηματικό.

Τα δημοσκοπικά στοιχεία εκείνης της περιόδου κατέγραψαν το φαινόμενο με σαφήνεια. Η «γκρίζα ζώνη» της αδιευκρίνιστης ψήφου και της αποχής διογκώθηκε απότομα, τροφοδοτούμενη κυρίως από παραδοσιακούς ψηφοφόρους της κυβερνητικής παράταξης.

Ταυτόχρονα, παρατηρήθηκε αύξηση των ποσοστών των μικρότερων κομμάτων, στα δεξιά του πολιτικού φάσματος.

Το φαινόμενο αυτό δεν σημειώθηκε ως μια παροδική δημοσκοπική διαμαρτυρία, επιβεβαιώθηκε εμφαντικά και στην κάλπη των Ευρωεκλογών.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει διαχρονικά και στα αριστερά. Ο διαρκής κατακερματισμός των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς και της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν οφείλεται σε ιδεολογική μεταστροφή των ψηφοφόρων προς τη δεξιά, αλλά στη μετακίνησή τους από το ένα σχήμα στο άλλο, αναζητώντας την «καθαρότητα» της δικής τους εκδοχής για την αριστερή παράταξη.

Έτσι εξηγείται, σε μεγάλο βαθμό, ο σύγχρονος κατακερματισμός της πολιτικής ζωής και η ανάδυση πολλών μικρών κομμάτων. Δεν πρόκειται για μια τυχαία πολυδιάσπαση, αλλά για τη χαρτογράφηση των εσωτερικών αποχρώσεων κάθε παράταξης, που πλέον δεν ανέχονται την ομογενοποίηση που επιβάλλει ο εκάστοτε μεγάλος κυβερνητικός μηχανισμός.

Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ένα σαφές πολιτικό συμπέρασμα: οι εκλογικές νίκες στην Ελλάδα κερδήθηκαν πάντα από εκείνα τα κόμματα που κατάφεραν να πετύχουν κάτι μοναδικό και εξαιρετικά σύνθετο.

Να εκφράσουν το μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό του δικού τους παραταξιακού ακροατηρίου και ταυτόχρονα, να προσελκύσουν ψηφοφόρους από τον λεγόμενο «μεσαίο χώρο». Αυτούς δηλαδή που κινούνται στο μεταίχμιο των δυο παρατάξεων.

Η διεύρυνση, ωστόσο, δεν είναι κάτι απλό. Είναι άσκηση ισορροπίας σε τεντωμένο σκοινί.

Αν το κυρίαρχο κόμμα, στην προσπάθειά του να διευρυνθεί αποξενώσει τον παραταξιακό του πυρήνα, τότε η στρατηγική καταρρέει.

Αν δεν καταφέρει να κρατήσει ενωμένη την παράταξη πίσω από το κομματικό του λάβαρο, τότε νομοτελειακά δημιουργεί ζωτικό χώρο για άλλα, μικρότερα κόμματα-δορυφόρους της ίδιας παράταξης.

Η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι όλο και περισσότεροι πολίτες αυτοπροσδιορίζονται με έναν όρο που, ενώ ακούγεται παράξενα, στην πραγματικότητα είναι βαθιά πολιτικός: δηλώνουν «Αδέσποτοι Δεξιοί» ή «Αδέσποτοι Αριστεροί».

Όσο το πλήθος αυτών που δηλώνουν «αδέσποτοι» αυξάνεται, τόσο η πιθανότητα ενός και μόνο κόμματος να κατακυριαρχήσει στον χώρο του μειώνεται δραματικά.

Για να αναστρέψουν αυτή την τάση, οι ηγεσίες των κομμάτων που θέλουν να εκφράσουν συνολικά τον χώρο τους, πρέπει πρώτα να αναρωτηθούν γιατί ένας πολίτης επιλέγει σήμερα να δηλώνει «αδέσποτος». Ιδίως όταν στο παρελθόν δεν ήταν απλώς ένας τυπικός ψηφοφόρος, αλλά βαθιά ενταγμένος σε μια κομματική κοινότητα.

Η κατανόηση αυτού του μετασχηματισμού δεν είναι ζήτημα επικοινωνίας. Είναι η προϋπόθεση για να ξαναχτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης που έχει διαρραγεί.

Η απάντηση βρίσκεται στην ικανότητα των κομματικών ηγεσιών να προσδιορίσουν τη χρυσή τομή ανάμεσα σε δύο διαφορετικά κοινά: τον σκληρό, παραδοσιακό παραταξιακό πυρήνα και τους ψηφοφόρους του μεσαίου χώρου, καθώς και ανάμεσα στο παλιό και το νέο πολιτικό προσωπικό.

Αν η ηγεσία αποτύχει να ισορροπήσει αυτές τις απαιτήσεις, οι «πολιτικά αδέσποτοι» θα πολλαπλασιάζονται, είτε αναζητώντας αλλού έκφραση είτε επιλέγοντας την αποχή.

Σε κάθε περίπτωση, το φαινόμενο των «πολιτικά αδέσποτων» δεν είναι ούτε παροδικό ούτε επιπόλαιο.

Είναι η αντανάκλαση μιας κοινωνίας που αλλάζει πιο γρήγορα από τα σχήματα που υποτίθεται πως την εκφράζουν.

Κι αν κάτι μοιάζει βέβαιο, είναι ότι οι πολίτες θα συνεχίσουν να κινούνται με τον δικό τους ρυθμό, αναζητώντας χώρο, γλώσσα και εκπροσώπηση που να τους ταιριάζει πραγματικά. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να τους «επαναφέρουν» τα κόμματα, αλλά να τους ξαναβρούν.